Πούπουλα
Ανακατεμένα φτερά με σκέψεις
τρελά πάθη ερωτευμένα με
αγριεμένες θάλασσες
σαλεμένα μυαλά αχόρταγα
για λέξεις
και μια ειρήνη ανταριασμένη
στου γερακιού το μάτι
που όλα τα θωρεί
όλα τα βλέπει
αλλά ουδείς πόθησε νύχτες έρωτα
να της χαρίσει
φεύγει στεγνή, απότιστη
ολοένα και πιο μακριά…
***
Βραχονησίδα
κι έψαχνα
κι έψαχνα
το αντάμωμα των ωκεανών
στ’ ανάσκελα
μικρής
βραχονησίδας
που πήρε
μπροστάρη τον καημό
κι από τα χθες
ένα κομμάτι οργασμός
μ’ αντάρα
πληγή στο αίμα
ένα πλουμί
ξελιγωμού
ιδιαιτέρως τραγικό
πως τρέμει
-δέκα λαλούν
ένας μονάχα λέγει-
Πιο παλιός από ένα δένδρο
της φαντασίας
ο δρόμος
ο άμοιρος
πηλός
στεγνός
ανερμήνευτος και μόνος.
***
Γη
Πρόσεχε γλάρε, στα ταξίδια της λύρας μου
φτερά δικά σου, είναι εμπόδιο
και όλο το βάρος του αλλοιωμένου θάρρους σου
κομίζει στα βλέφαρά μου της ανόδου σου τους φόβους.
Πέρασαν πολλά χρόνια ν’ αντιληφθείς
πόση αντίθεση κρύβει η χαρά.
Μεγάλη δυστυχία να φθονείς τον φορέα της δύναμης
και από τις αισθήσεις να αντλείς συμφορά.
Μένω μετέωρος θωρώντας σε κάτω,
χωμένο στα χώματα,
αντί στα ιερά
να θαυμάζεις την εικόνα του Κόσμου
εσύ, να τραντάζεις τα ουράνια.
Η αντάρα σου κατακλύζει το φώς
αυγατίζοντας κύματα σκότους,
για το σώμα
που τα πόδια σου πίστεψες πως δέσμια κρατά.
Κράτα τα πόδια στα σπλάχνα της βάσης, σταθερά.
Προσάναμμα
Το σώμα σου γίνεται αντικείμενο
και ενώ τα γεγονότα ξεκάθαρα δείχνουν
πως τίποτα, τίποτα
δεν υπερισχύει της σάρκας
εγώ ξυπνώ πνιγμένος από το πνεύμα σου
να με κοιτώ, καθώς ορκίζομαι στη γλύκα της ζωής.
