Όπως οδηγούν
νομίζουν ότι οδηγούν
και ιστορούν
με τον καθρέφτη των αδικημένων κραυγών
με τον ορίζοντα των δικών τους δοξαστικών
πλησίστιοι περήφανοι που πνέουν όλες τις αναπνοές
(αέρας στα πανιά τους)
κι ασπάρακτοι που ασώματα τις πλέουν
λογίζοντας αγάμητοι πως κέντρο αυτοί
το υγρότατο
υγρότερα μέσα τους εν τη ξηρά ψυχή αγωνιώντας
με τον καθρέφτη των υπολειπόμενων
με τον ορίζοντα των υπολειπόμενων
αναπνοών
άπειρες πνέοντας
αδικημένες κι αγέννητες ακόμα και νυν απορημένες
παρασυρμού:
γκρεμών πανηγύρι
υπαπαντή ηγουμένων
ερείπια επί ερειπίων
θρόνοι επί θρόνων…
πέφτουν και πέφτουν
των ασπαράκτων οδηγών τα σωθικά βαθαίνουν
στεφανωμένα τους γκρεμούς τους
δικαιοσύνη
γίνονται
γκρεμοί
γκρεμούς οι ασπάρακτοι γαμούν τρελαμένοι
που πνέουν όλες τις αναπνοές
και τις υπολειπόμενες μαζί
κι οδηγώντας
νομίζοντας ότι οδηγούν
κι ιστορώντας (ως νικητές of course)
στεφανωμένα τα αγύριστα σωθικά τους δοξαστικά τους
ενώ αναπνοές υγρές
*Από τη συλλογή “Κατά Ασπαράκτων”, εκδ. Ενδυμίων, 2016.
