Ηρώ Νικοπούλου, Τρία ποιήματα

ΑΦΟΥΚΡΑΖΟΜΑΙ του κορμιού σου
τους λυγμούς.
Τη λύτρωση του τέλους
και καταρράχτες μας χωρίζουν ξαφνικά,
δεν ακουγόμαστε πια.

Πλημμυρίζει το δωμάτιο
καθρέφτες διάτρητους.
Με μικρά πηδήματα
περνώ απ’ τή μια μεριά στην άλλη,
ψάχνω σα γάτα κυκλικά για το είδωλο
που δικαιούμαι.
Και τότε ανοίγεις τα μάτια,
κολασμένη λάμψη το σκούρο τους.

Από ψηλά γκρεμίζονται στιβάδες χρωμάτων
γεμίζει το δωμάτιο τόξα κι ιριδισμούς
κι αυτός ό λυγμός του κορμιού
που στροβιλίζεται και με χρυσώνει.

Μυρίζεις θάλασσα κι απόσταγμα θυμού.

Έπειτα σιωπή.
Τα έπιπλα μπαίνουν πάλι στη θέση τους,
τα χρώματα τραβιούνται προς το παράθυρο.
Μόνο ο καθρέφτης αρνείται πεισματικά
να επιστρέψει το είδωλό μου.

***

ΦΥΣΑΕΙ αέρας δυνατός
περνάει μέσ’ απ’ τις σίτες
γράφει χάδια πάνω στά έπιπλα
στέκεται απέναντι
(τον κοιτώ στα μάτια).

Φράζει όλα τ’ άνοίγματα
στομώνει φωνήεντα η σιωπή.

Ταξιδεύει μέσα στο σπίτι,
στα πολύφωτα,
ζωγραφίζει σύννεφα στα ταβάνια.

Η φωνή σου στις κουρτίνες μου
σιγοψιθυρίζει.

***

Η ΕΙΚΟΝΑ σου σπάει
μέσα σε βλέμματα.
Την τυλίγουν
βελούδα σιωπής.
Ακολουθεί τα πατήματα
του ανέμου.

Τ’ απογεύματα με τις βροχές,
όταν μουσική κυριεύει την πόλη,
περνά μέσα από ακολουθίες αόρατες,
ταξιδεύει μέχρι τά χρώματα
κι ενώνεται μαζί τους.

*Από την ενότητα “Φώτα νυχτερινά πιθανοτήτων” που περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Ανέμου”, εκδ. Πλανόδιον, 1999.

Leave a comment