Επισήμως απελπιζόμαστε.
Πέρασαν πια οι προθεσμίες
κι η επιθυμία θα σφραγισθεί
ελλείψει κρίσιμου αποθέματος.
Αυτοί οι δρόμοι γίνανε
για να απορροφήσουν
της προσδοκίας μας τον ήχο,
να λιώσουν τον σπινθήρα μέσα
στις παρελάσεις τόσων τακουνιών.
Αυτά τα μάτια αδειάζουν απ’ τα χρώματα.
Τόσο γαλάζιο κόντεψε να τα πνίξει·
είχε τη δύναμη το γκρι να πελαγώσει,
τα βότσαλα που γλίτσα μάζευαν
στην παραλία να στιλβώσει.
Τώρα σιωπή.
Ποιος δικαιούται να χαρεί;
Ποιος να απελπιστεί;
Επισήμως;
Σε κόγχη αθέατη
τον πόθο κάποιος στραγγαλίζει
τα χέρια κόβει της προσφοράς,
και τ’ ακουμπάει στοργικά πάνω στο κομοδίνο.
Σπάζει τις λέξεις
ρίχνει την ψίχα τους στα περιστέρια.
Ένα άλλο σώμα κοινωνεί. Σιωπή.
Τώρα σιωπή.
