Ι.
Επειδή
δεν μπόρεσα να πνίξω τον ουρανό
– τόσο γαλάζιο που στο τέλος ελπίζεις –
ένας άγγελος
μου ψιθυρίζει τρυφερά
—
χτίσε με σ’ ετούτες τις πέτρες
ΙΙ.
Επειδή
όσο κι αν κάπνισα
δεν βρήκα το μίτο μου
—
τόσες αγάπες
τόσο λαχάνιασμα
— και ο Μινώταυρος
τι βιολιστής, Θεέ μου,
ΙΙΙ.
Ξέμεινα
με τον ουρανό και το Λόγο
—
κανείς τους δεν ξέρει να μ’ αγαπήσει
(φταίνε λιγάκι κι οι εποχές
τα δόντια μου που ‘ναι στραβά
φταίει
το έσω σκιάχτρο)
IV.
Είμαι τόσο πρόθυμος για συντέλεια
ώσπου να γράψω «λουλούδι»
έχει ήδη χάσει δυο πέταλα
δεν ξέρω αν το φως
είναι τέχνασμα σκότους
ή ανάποδα
—
εγώ
—
μόνο να βασανίζω τις πεταλούδες
– καμιά τους δεν ξέρει να μ’ αγαπήσει
V.
Κι άλλωστε
τούτος ο κόσμος δεν άναψε ποτέ
θέλει να δέσεις κόμπο το κενό
–
αν είναι ναυτικός καλύτερα
—
να κεντήσεις την ψυχή σου καταιγίδες
VI.
Τόσες φωνές για σφάξιμο
τόσες φωνές για γδάρσιμο
—
που να σου μείνει μία —
λεϊμονιά
λεϊμονιά
εδώ που μ’ άφησες ριζώνω
*Aπό τη συλλογή “Η όραση θ’ αρχίσει ξανά”, εκδ. Κέδρος (2006).
