ΧΙΙ
Αυτό που κάποτε σήμαινε Ζωή, χάνεται.
Το νόημά της χάνεται
γιατί είναι ένα νόημα δίχως αλήθεια.
Κάποτε είχε αλήθεια.
Όχι σήμερα,
σήμερα δεν έχει.
Ανοίξαμε τη λέξη Ζωή
κλέψαμε τον Πλάτωνα,
τον Βούδα, τον Μακιαβέλι, τον Εξυπερύ,
και χύσαμε στις γλώσσες τους.
Πλέον, επικαλούμενοι τα ονόματά τους,
εκείνων αλλά και όλων των υπολοίπων,
έχουμε το πάσο για να ρίχνουμε γκόμενες
να μεταμορφωνόμαστε (ή να μεταμφιεζόμαστε)
σε διανοούμενους,
να καλύπτουμε τα σημάδια μας.
Τόσα πνεύματα, και σήμερα, εδώ.
Τόσοι τρανταχτοί παλμοί, άριστα κρυμμένοι.
Οι ιδέες χάνονται.
Μακιγιάρονται μέχρι να ξεχαστούν
(ή μέχρι ο καλλιτέχνης να ξεράσει)
(ή και τα δύο)
στην αναζήτηση ενός σπιτιού, μιας οικογένειας.
Όλοι θέλουμε ν’ ανήκουμε κάπου.
Όλοι θέλουμε να μας αποδεχτούνε
να μας δώσουν μια αγκαλιά
να μας πούνε μπράβο.
Η ανάγκη δε σταματάει ούτε στα εφτά
ούτε στα δεκαεφτά
ούτε στα ενενήντα εφτά.
«Αγαπητοί Κλειδοκράτορες
βρίσκετε το ποίημά μου υπερβολικά θρασύ;
Το τραγούδι μου εκτός μόδας;
Το θεατρικό μου εργο ολίγον εγωκεντρικό;
Παρακαλώ, παρακαλώ, πείτε μου,
πώς να το βελτιώσουμε;
να του κόψουμε τα πόδια, τα χέρια;
Μη δίνετε σημασία στο κλάμα του, δεν ξέρει.
Ροκανίστε. Ορίστε, πλαστικές σακκούλες.
Ναι, πετάξτε τα χέρια εδώ. Και τα πόδια.
Ναι, ναι, σας ευχαριστώ».
*“Σκοτάδι”, Εκδόσεις Ars Poetica, 2013.
