Κρύσταλλο αμεθύστου
από πάνω κατάμαυρο πανί
πιο πάνω ο ήλιος
φόντο: άσπρο πάνω από τό πανί ως τον ήλιο
λάμψη βιολέττας κάτω απ’ το πανί μέχρι τόν αμέθυστο
(το μαύρο πανί κρύβει τον ήλιο απ’ τόν καθρέπτη)
γυμνώνει την κατάντια των άθλιων ματιών του φρουρίου
Τρόμαζαν όχι για όσα κάνει το μαύρο πανί
αλλά γιά όσα δεν έκανε.
Το μαύρο μακελειό άξίζει μόνο, τ’ όνομα του ατελείωτου
κακού.
Για το φρούριο, η ματαιότητά του έχει ανάγκη όλη την αμάθεια.
Κοπιάζει απελπισμένα να βρει τον τελευταίο
άσπαστο καθρέφτη-φύλακά του.
Το μαύρο, στην δικιά του ανάγκη, επιφέρει όλα τα δεινά.
Χρειάζεται να ξεριζώσει όλα τα φλούδια της
υπομονής η κοντή πνοή του, να κυνηγήσει
θανάσιμα το τέχνασμα (το απόπληκτο),
όμως, αν χαθεί στην αυτογνωσία του,
τα πάντα είναι χαμένα,
αφού όλα (του τεχνάσματος) της μηχανής είναι πασίγνωστα,
ενώ γι’ αυτό η γύρη του είναι τα αγύρευτα,
με ταπεινοσύνη να τα δουλεύει
Μες την καταφρόνια του, ο τρυφερός αυτός γυρολόγος
στα ριζά της λασπερής άκριας γλυτώνει την
νερομάνα την ανάσα του, πηχτό μαύρο κατράμι,
να φέρνει την ανεμοζάλη, ο μεγάλος αυτός
μακελάρης, στα μελιστάλαχτα φίδια του τέρατος
πού τό ‘παν προσευχή.
*Από το βιβλίο “Τάσος Σκορδάκης, Τα ποιήματα” , Άπαντα, Τόμος Α’, Αθήνα, Δεκέμβρης 1991.
