Τζέημς Γουέλτς, Στην άλλη άκρη της Πελοποννήσου

indian-war-bonnet

Ο στερνός σεμνός άντρας
πέθανε σήμερα στη Σαρωνίδα.
Κανένας δεν θυμάται τι έκανε
ή πως τα κατάφερε να ‘ναι τόσο καλός.

Πέθανε σήμερα στις τρεις και δέκα ακριβώς,
μόλις που ακούστηκε η λήξη του ποδοσφαιρικού αγώνα.
Οι βοσκοί παραπονέθηκαν πως φύσηξε χειμωνιάτικο αγέρι
κι ο χασάπης άφησε χάμω το αρνί του.

Κάποιες μητέρες είπαν πως έγραφε ποιήματα,
υπέροχα ποιήματα σε σπάνιο χαρτί,
μα για τι τούτα μίλαγαν δεν γνώριζαν.
Μα κι ούτε άλλος κανένας γνώριζε καλά
γιατί αυτός ο ποιητής ήταν κάποιος ξένος.

Ζουζούνια χτυπάνε πάνω στο τζάμι.
Ένα σκυλί αλυχτάει. Ο Αιγέας
για τον εαυτό του σίγουρος οικτίρει
όσους συνάχτηκαν μες στο δωμάτιο του και θρηνούν.

Κανένας δεν γνωρίζει αληθινά
πως και γιατί πέθανε, αν είχε εχθρούς
ή φίλους, κι αν ήταν τόση ανάγκη
να ριχτεί στο πέλαγο απ’ τα βράχια.

Οι ψαράδες έριξαν τα δίχτυα τους
πέρα, στ’ ανοιχτά, κατά την Πελοπόννησο.
Στη Σαρωνίδα οι άνθρωποι είναι σίγουροι
πως η Ελλάδα νικήθηκε μονάχη της, κι όχι απ’ τους
Τούρκους.

*Από το βιβλίο “Αυτοί που φέρνουν τον τροχό των ονείρων – 13 Ινδιάνοι ποιητές”, εκδ Δωρικός, 1985, σε μετάφραση K. Ασημακόπουλου-Ντίνας Σιδέρη, που το ανακάλυψε ο ποιητής Κυριάκος Σιφιλτζόγλου σε ένα παλαιοβιβλιοπωλείο στο Μπιτ Παζάρ στη Θεσσαλονίκη, και δεν περίμενε, όπως λέει, να βρει έναν από αυτούς να γράφει για την Ελλάδα…

Leave a comment