Ξέρω κατοικίες
που ζουν άνθρωποι του νότου
παλιούς νοματαίους
αυλακωμένους από παρασκιές σιωπής.
Τους είδα να μπαίνουν
σε κάθε δάκρυ.
Παρόντες στον πόνο κάθε βραδιάς.
Φωνές που κτυπούν τις πόρτες
τυφλών λαβύρινθων
στα χέρια τους δάδες ανέμου
και η ψυχή στα σκαλοπάτια
προσμένοντας τα βήματα
του κάθε απόντα.
[…]
Εγώ τους είδα να ζουν και ν’ αγωνίζονται
να καλλιεργούν σπόρους ελπίδας
μέσα σε αυλάκια άρρωστα από εγκατάλειψη
να γίνονται ένα με τα φύλλα
στην άγια θλίψη
των φθινοπώρων
να κατοικούν σπίτια δίχως τοίχους
ανοιχτά στ’ αποσταμένο βήμα των οδοιπόρων
άσυλα που καταλύουν τα βράδια
για να λιώσουν στο φως του τραγουδιού
τα αλφάβητα χιονιού
που μαζεύτηκαν στο διάβα –
Είδα τα μάτια τους
να στρατοπεδεύουν άγρυπνα και ασφαλή
στη μυστική ησυχία ενός άστρου
που το ντροπαλό στήθος των μανάδων
βύζαινε τις αναμνήσεις και το αύριο
με τους ήχους που γεννήθηκαν μέσα στη σκιά –
[…]
*Μετάφραση: Ευαγγελία Πολύμου.
**Αποσπάσματα από τις δημοσιεύσεις στα περιοδικά λογοτεχνίας & ποίησης “La Dimora del tempo sospeso” στο https://rebstein.files.wordpress.com/…/testimoni-silenziosi…
και “Θράκα” στο http://www.thraca.gr/2013/06/blog-post_53.html
***“Testimoni silenziosi”, από την ποιητική συλλογή “Αίρεση” [“Hairesis”], Biagio Cepollaro Mιλάνο, 2006.
