Δώδεκα και είκοσι δυο
ένα ρετάλι σώμα ντύνεσαι Σάββατο βγαλμένο δέρμα, στάχτη στο καφέ
και τρεις χτυπάς φορές στο πάτωμα
να σε ακούσει κάποιος
αλλά είσαι στο υπόγειο
οι τοίχοι με γυρισμένη πλάτη
τώρα μαθαίνεις τις λέξεις με γρατζουνιές
κάνεις το σώμα σου τρίτο δεύτερο κωλάδικο στον Έβρο
στάση για φαντάρους και νταλικέρηδες
το κατάστημα διαθέτει ευρύχωρο πάρκινγκ
κι άλλες ανέσεις
το σόου ξεκινάει αυστηρά σε μια κάποια συγκεκριμένη ώρα
κι από τότε μετράς αμέτρητα υπεραστικά δρομολόγια
θα μου άρεσε να σου πω “εντός μου”
αλλά έχουν περάσει μόλις είκοσι λεπτά
κι ήδη σε γεύομαι νερό
σε κάνω χώμα / σπασμένο δέρμα
όπως μαθαίνω τη σημασία του ρήματος
“Έρχομαι”
το τρόμο της λέξης “εποχή”
γιατί κρύβει μέσα τον χρόνο
κι εσύ κάνεις την ηχώ μέσα στο κούφιο μου
μια και δεκατέσσερα
τρυπώνω σε μια εσοχή του σύμπαντος
όπου σε μυρίζω θάλασσα
μου γνέφεις αγάπη
όπου είσαι κάτι ωκεάνιο
είμαι κάτι όμορφο
τα δέντρα δεν έχουν κρεμασμένους
η μουσική δεν σπάει κόκκαλα
όπου ξεριζώνεις το στέρνο μου
και βρίσκεις πάλι εσένα
όπου το μέλλον δεν είναι στραμμένο στο κρόταφο
το σώμα σου είναι εκδρομή
τα δόντια μου στη θέση τους
όπου είμαστε χρυσόψαρα στη γυάλα
σε μαθαίνω κάθε φορά από την αρχή
όπου αγαπιόμαστε έτσι κι αλλιώς
χωρίς ποιήματα κι επαναστάσεις
τώρα πετάω πάνω απο τη πόλη
και βρίσκω πάνω στα παράθυρα
είμαι το κρύο στις φυλακές Γενάρη μήνα
το λασπωμένο προαύλιο
η άδεια μεριά στο κρεβάτι
το ατυχές του συμβάντος
το απόβαρο του ανθρώπου
κι όλο γυρίζει μια λόξα στο ταβάνι
που
/
δεν μπορεί
/
θα της γυρίσει το μάτι.
*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από τη σελίδα του ποιητή στο Facebook.
