Νίκος Τακόλας
Ἡ σιγὴ τῶν πουλιῶν
ΡΑΔΙΑΖΕ ΣΤΗ ΓΕΙΤΟΝΙΑ. Οἱ τηλεοράσεις ὠρύονταν, κόβοντας τὸ σούρουπο μὲ μαχαιρωτὲς ἀνταύγειες. Τὰ πρόσωπα στοιχισμένα στὶς παράλληλες σιωπές, στὰ νύχια τῶν Μεγάλων Ἀδερφῶν. Μόνος στὸ ἰσόγειο μπαλκόνι ὁ παπποὺς προτιμάει ἔξω τὰ ταξίδια, στὴν ἐνδοχώρα.
— Νύχτωσε, τοῦ εἶπα κατ’ ἐντολὴν τῆς βάβως. Δὲ θά ΄ρθεις μέσα;
— Σςς, μοῦ κάνει αὐτός.
Ὁ παλιὸς καὶ πανύψηλος φοίνικας ἁπλωνόταν σκιερός, μὲ τὸ πελώριο περίγραμμά του νὰ κυριαρχεῖ στὸ χῶρο. Ὁ παπποὺς ἔδειχνε κάτι νὰ περιμένει. Ἕνα ὁμαδικὸ τιτίβισμα ἔβγαινε ἀπὸ τὸ δέντρο. Εἶχαν καταφτάσει σὲ ὁμάδες οἱ νυκτερινοὶ ἔνοικοι. Δεκαοχτοῦρες, περιστέρια, σπουργίτια, μερικὰ ὠδικά, σπίνοι καὶ καρδερίνες, ποὺ καὶ ποὺ κατέφτανε καὶ καμιὰ μικρὴ κουκουβάγια, κι ἀριὰ καὶ ποὺ κάνας γκιώνης. Τιτίβιζαν σὲ μιὰ πολυσύνθετη μελωδικὴ συμφωνία ζωῆς. Καὶ ὅσο τὸ σκοτάδι πύκνωνε τὰ κελαηδήματα ἀραίωναν, μέχρι ποὺ ἀκούγονταν ἐλάχιστα πιά, ἀλλὰ ἀσταμάτητα…
View original post 97 more words
