Κώστας Δεσποινιάδης, Πουλιά

1-3

[Το κελάιδισμα]
 
Τα βράδια συχνά ανοίγω το παράθυρο κι ακούω ένα πουλί. Ένα υπόκωφο, μελαγχολικό κελάιδισμα σαν μοιρολόι. Από πού έρχεται αυτή η φωνούλα; Τι προμηνύει μες στα τσιμέντα;
 
[Ο τσαλαπετεινός]
 
Το βράδυ είδα στον ύπνο μου πως ήμουν κυνηγός και σκότωσα έναν πανέμορφο τσαλαπετεινό. Εγώ, που ποτέ μου δεν έχω πιάσει όπλο κι απεχθάνομαι το κυνήγι, ένιωσα στο όνειρό μου μια σαδιστική ικανοποίηση που σκότωσα το αθώο πουλάκι.
 
[Οι κυνηγοί]
 
Παραθερίζω σ’ ένα μικρό, απομονωμένο σπίτι. Κανένας θόρυβος του «πολιτισμού» δεν φτάνει εδώ· το πλησιέστερο σπίτι βρίσκεται στα τρία χιλιόμετρα. Ακούγονται μόνο τζιτζίκια, κοκόρια, τα βελάσματα των προβάτων από κάποια μακρινή στάνη και το θρόισμα των φύλλων. Φύση και ησυχία.
Κάθε τόσο, όμως, από τα βάθη της λαγκαδιάς, ακούγονται πυροβολισμοί. Ένας ξερός κρότος σπάει την ησυχία του καλοκαιρινού τοπίου, σέρνεται για λίγο η ηχώ του κι έπειτα χάνεται.
Κυνηγοί είναι που πυροβολούν τα ελεύθερα κι ανέμελα πουλιά.
 
[Το μαύρο πουλί]
 
Στην Χ.Κ.
Το μαύρο πουλί που διαρκώς με καταδιώκει έρχεται και πετά από πάνω μου τις πιο απροσδόκητες στιγμές· όχι μόνο τις νύχτες και τη βαρυχειμωνιά, όπου φυσιολογικά έχει τη θέση του, αλλά και το κατακαλόκαιρο, στις πιο λαμπρές λιακάδες, σε παραλίες και τοπία ονειρεμένα, σε στιγμές ανείπωτα όμορφες, υπενθυμίζοντάς μου σαδιστικά πως αυτό θα πει την τελευταία λέξη.
 
*Από τις “Νύχτες που μύριζαν θάνατο”

**Αναδημοσίευση από εδώ: http://www.bibliotheque.gr/article/60743

Leave a comment