Γεωργία Τρούλη, Ένα (άλλη μια νύχτα σύγχυσης και γέλιου)

%cf%83%ce%ba%ce%b9%cf%84%cf%83%ce%bf1

Ένιωσαν τα χέρια να κρατούν αυταπάτες
Τα έβγαλαν από την θέση τους
Τα έβαλαν μια έλξη μια λέξη πιο κάτω από τον ώμο τους
Κι έπειτα έστρεψαν το βλέμμα στον καθρέφτη
Πόσο αταίριαστη ένωση
Πόσο βαθιά αυτονόητη κι επινοημένη
Και εμποτισμένη με πείσμα και εμμονή
Πόσο εκ του μηδενός εκπορευόμενη
Άκουσαν έπειτα δύο τρία λαικά άσματα
Λίγο ένιωσαν παλμό
Και γύρισαν
Τον καθρέφτη από την ανάποδη
Το σώμα από την άλλη μεριά
Το άσμα από την αρχή
Και τερμάτισαν συνεύρεση
Και συνομιλία
Μέχρι εκεί ακουμπούσε η πρώτη το μπράτσο
Ο δεύτερος τον κώλο
Και οι δυο μαζί τα χέρια
Σε μια έλξη μια λέξη
Πιο κάτω από τον ώμο τους

Δύο (οι εραστές του απόλυτου τίποτα)
Ο μόνος λόγος που άντεξαν ακόμη
Ήταν ότι ακόμη άντεχαν
Κι είχαν περιέργεια
Κι έτσι αφέθηκαν
Απρόθυμα να βαδίσουν
Μέχρι που ήρθε η δύναμη να ορίζουν το βήμα
Το ένα πόδι πίσω από το άλλο
Και μια εποχή πίσω από την ιστορία
Έναν άνθρωπο
Δίπλα σε ένα άλλο σώμα
Όταν ανακάλυψαν τον χάρτη
Και την ήπειρο
Έκοψαν το σχήμα
Κι έδωσαν άλλο όνομα
Καθώς έκαναν γεωτρήσεις νερού

Και κάποια στιγμή δίψας είδαν ότι ακόμη αντέχουν
Κι έφτυσαν στη γη δυο φορές το όνομά τους
Ξεκοίλιασαν την διαδρομή
Την πορεία
Η περιέργεια για προορισμό
Όλο μεγάλωνε
Μαζί με την εποχή
Το σώμα τους
Και τον χρόνο.

*Το σκίτσο της ανάρτησης είναι της ποιήτριας.

Leave a comment