Ένιωσαν τα χέρια να κρατούν αυταπάτες
Τα έβγαλαν από την θέση τους
Τα έβαλαν μια έλξη μια λέξη πιο κάτω από τον ώμο τους
Κι έπειτα έστρεψαν το βλέμμα στον καθρέφτη
Πόσο αταίριαστη ένωση
Πόσο βαθιά αυτονόητη κι επινοημένη
Και εμποτισμένη με πείσμα και εμμονή
Πόσο εκ του μηδενός εκπορευόμενη
Άκουσαν έπειτα δύο τρία λαικά άσματα
Λίγο ένιωσαν παλμό
Και γύρισαν
Τον καθρέφτη από την ανάποδη
Το σώμα από την άλλη μεριά
Το άσμα από την αρχή
Και τερμάτισαν συνεύρεση
Και συνομιλία
Μέχρι εκεί ακουμπούσε η πρώτη το μπράτσο
Ο δεύτερος τον κώλο
Και οι δυο μαζί τα χέρια
Σε μια έλξη μια λέξη
Πιο κάτω από τον ώμο τους
Δύο (οι εραστές του απόλυτου τίποτα)
Ο μόνος λόγος που άντεξαν ακόμη
Ήταν ότι ακόμη άντεχαν
Κι είχαν περιέργεια
Κι έτσι αφέθηκαν
Απρόθυμα να βαδίσουν
Μέχρι που ήρθε η δύναμη να ορίζουν το βήμα
Το ένα πόδι πίσω από το άλλο
Και μια εποχή πίσω από την ιστορία
Έναν άνθρωπο
Δίπλα σε ένα άλλο σώμα
Όταν ανακάλυψαν τον χάρτη
Και την ήπειρο
Έκοψαν το σχήμα
Κι έδωσαν άλλο όνομα
Καθώς έκαναν γεωτρήσεις νερού
Και κάποια στιγμή δίψας είδαν ότι ακόμη αντέχουν
Κι έφτυσαν στη γη δυο φορές το όνομά τους
Ξεκοίλιασαν την διαδρομή
Την πορεία
Η περιέργεια για προορισμό
Όλο μεγάλωνε
Μαζί με την εποχή
Το σώμα τους
Και τον χρόνο.
*Το σκίτσο της ανάρτησης είναι της ποιήτριας.
