Kenneth Rexroth, Αντίστροφα, ενώ το τετράγωνο των αποστάσεών τους χωριστά

I

Αδύνατο να δω οτιδήποτε
Σ’ αυτό το σκοτάδι — μα ξέρω πως τούτο είμαι ’γώ, ο Ρέξροθ,
Βαθαίνοντας μέσα στη νύχτα σ’ έναν παγερό πλανήτη.
Είναι ζεστά και πολυάσχολα σ’ αυτό το φυτικό
Σκοτάδι που αόρατα ελάφια μασούν ήσυχα.
Ο ουρανός είναι ζεστός και βαρύς, ακόμα και τα δέντρα
Πάνω από το κεφάλι μου δεν ξεχωρίζουν,
Μα ξέρω πως είναι κουκουναριές που τα κουκουνάρια τους
Παραμένουν κλειστά πάνω στα κλαδιά, ώσπου ν’ ανοίξουν
Τελικά και να ξανασπείρουν το καμένο δάσος.
Και περιμένω μόνος στα βουνά,
Στα δάση, στο σκοτάδι, κι ο κόσμος
Πέφτει γοργά στη μετρημένη του έλλειψη.

IV

Είμαι ξαπλωμένος σε ένα άγνωστο
Κρεβάτι σε ένα παράξενο σπίτι και το πρωί
Πιο αμείλικτα από κάθε μεσονύχτι
Ξεχύνει από το παράθυρο τη λάμψη του —
Κλαδιά κερασιάς με μαραμένα άνθη,
Και πίσω τους τα χρυσά αρχοντικά
Του σφενταμιού στολίδια,
Και πίσω από αυτά ο αγνός απέραντος ουρανός
Του Απρίλη, κι ένα λευκό αμυδρό σύννεφο,
Και μέσα και πίσω από όλα
Η αναπόφευκτη κενή
Της μοναξιάς απόσταση.

*Από το βιβλίο “Κέννεθ Ρέξροθ ποιήματα”, εκδόσεις Ηριδανός, Αθήνα 2014, σε μετάφραση και επιμέλεια Γιάννη Λειβαδά.

Leave a comment