
στον Αντώνη
κάθε φορά που ακούω
τις καμπάνες να χτυπούνε πένθιμα
ξαπλώνω κάτω και καμώνομαι την πεθαμένη
ξέρω πως προτού αρχίσω να μυρίζω
θα έρθεις να μου κλέψεις τα υπάρχοντα
για να ανοίξω τα μάτια
και να σου πιάσω με δύναμη το χέρι
η αλλαγή του χρόνου
με βρίσκει άρρωστη σ’ ένα κρεβάτι
έχω ανάγκη να σε καταπιώ
όχι σαν φάρμακο
μα σαν σωτηρία
μόλις γλυκά σε πάρει ο ύπνος στην αγκαλιά μου
οι κουρτίνες στο υπνοδωμάτιο
αποκτούν μιλιά και
μου διηγούνται ιστορίες
για άντρες που χαθήκανε στον πόλεμο
ή πνιγήκανε μέσα σε σωρούς εγγράφων στο γραφείο
για παιδιά που κλαίνε ζητώντας την μητέρα τους
για περασμένες μου αγάπες
τότε σε φιλάω στο μέτωπο
κι αθόρυβα σηκώνομαι να κλείσω το παράθυρο
View original post 215 more words