
Από τότε που βρήκε τα γυαλιά του,
αυτός ο άνδρας όλο και πιο συχνά χάνεται
στους δρόμους της πόλης
και να θυμηθεί δεν μπορεί ποιος είναι.
Δεν παρατηρεί πώς του δωματίου οι τοίχοι
λικνίζονται τ’ απόβραδο,
πληγωμένα πουλιά – τα βιβλία
πετούν απ’ τα ράφια
και φτερά μελάνης σκεπάζουν
τα καθίσματα και το τραπέζι,
θολώνοντας το περίγραμμα των αντικειμένων
και τα ματαιωμένα φιλιά.
Ο αέρας δεν φτάνει,
και γι’ αυτό δεν διαβάζει στα μάτια μου
την κούραση κι αυτό που αποσιωπώ,
ότι δηλαδή δεν είναι πια κάστρο
το σπίτι μου.
Στην κοιλιά του αυτός ο άνδρας κρύβει
αχόρταγο σφουγγάρι,
που όλη μου τη χαρά ρουφά.
Από τότε που βρήκε τα γυαλιά του,
δεν βλέπει τα κολλημένα στο σπίτι
σημειώματα με το: «πότισε τα λουλούδια!»,
και γι’ αυτό μαραίνονται αργά αυτά
όπως οι πόθοι μου
κι ακούγοντας τις ξένες φωνές απ’ έξω,
όλο και δυσκολότερα αναγνωρίζω τη δική μου.