Απόσταση
Πνιγόντουσαν τα λόγια σπρώχνοντας
μια πέτρα στο στόμιο της πηγής τους
κι οι δαυλοφόροι μέσα στο προαύλιο
πρέπει να είχαν σβήσει τους δαυλούς τους
από φόβο
μήπως το φώς γίνει στο τέλος η αιτία…
Κι οι δαυλοφόροι ήτανε πάντα ανύπαρκτοί
Ούτε το προαύλιο ξέρουμε να υπάρχει.
Όμως υπήρχε φως και κάποιος φύσηξε τη φλόγα
Ίσως οι δαυλοφόροι που κοιμήθηκαν.
Είμαστε πάντα εκεί
που κρέμεται το κινητό σκοτάδι
εκεί που οι διαστάσεις πρέπει να συγχέονται
και αμφιβάλουμε αλήθεια αν είναι υπαρκτές.
Είμαστε πάντα εκεί
που ζουν οι αιώνιοι άνεμοι και οι θάλασσες οι φιλικές
ο αγώνας τους και μείς για να παρατηρούμε.
Έχουμε την απόλαυση του θεάματος
μιας κινητής σειράς μεταλλικών ραμφών
όπου αέναα τον άνεμο δολοφονούν
Κι αυτός πάντα προτάσσει εν’ άλλο στήθος.
Οι νυχτερινές θάλασσες φοράνε την πρωινή
Μάσκα της καλοσύνης..
Οι ημερήσιες θάλασσες φοράνε τη νυχτερινή
μάσκα της κακίας.
Και μείς στη γέφυρα του τρίτου ποταμού
που το πρωί στις όχτες του ξερνιούνται οι πνιγμένοι
δεν είδαμε ποτέ το πρόσωπό τους.
Ούτε και τα δικά μας πρόσωπα δεν ξέρουμε καλά
ούτε να τα μαντεύσουμε μπορούμε
όσο και αν σφίξουμε τα χέρια μας χωρίζει
τις επιφάνειες μιας ποσότητα ανέμου.
Οι δαυλοφόροι έπεσαν να κοιμηθούν γι’ αυτό το λόγο
Και μείς γυρίζουμε την πλάτη σε κάθε μια πνοή φωτός
ή και χαμογελάμε…
Και κάθε νύχτα ρίχνουμε μια πέτρα στο βυθό
και κάθε νύχτα τραγουδάμε μια κοπέλα
που πνίγηκε μέσα σ’ έναν καθρέφτη.
Κι όταν γεμίσει η θάλασσα από πέτρες
ή ο αέρας πήξει σ’ έναν ήχο
πάλι δεν θα υπάρξει αποτέλεσμα.
(1941)
***
Φθινόπωρο
Είμαστε τα κορίτσια που κουράστηκαν
να γελούν και να αμύνονται.
Είμαστε οι ρίζες των δέντρων που ξάπλωσαν
ο αέρας που κουνούσε πάνω τους τα φύλλα.
Άδειοι στρατώνες οι ψυχές μας, μυρίζουν
Το φθινόπωρο περ’ απ’ το δάσος.
Η βροχή μυρίζει, τα φύλλα μυρίζουν
η γη μυρίζει.
Οι νέοι άνθρωπο φεύγουν
τα παραθυρόφυλλα κλείνουν.
Μπαίνουν τα γυναικεία ποδήλατα
στην αποθήκη.
Το άλλο καλοκαίρι θα ευθυμήσουμε.
Είμαστε οι άνθρωποι που έμειναν
κάτι είναι και αυτό.
[1941;]
***
Εμείς που δεν μας κούρασε να λέμε ολοένα
και τι θα γίνει αύριο
και τι έγινε χτές
που δεν μας έγινε ακόμα βαρετό
ν’ αθροίσουμε ολοένα τις μέρες μας
και να’ ναι πάντα πενιχρό το άθροισμα
σαν το συμπέρασμα που βγαίνει από τις συμβουλές
που θεσπίσαμε πια νόμους από πάνω μας
κι έχουμε πια τα μικρά μας έθιμα
πόσο ποτέ μας δε θα ανοίγαμε πανιά
πόσο δε θα λιμάραμε συρματένια κιγκλιδώματα
αν μας δινόταν ευκαιρία.
Είμαστε πια ένας μικρός λαός
Ο’ πιο μικρός λαός…
Δε ζητάμε αλλά δικαιώματα
γιατί ξεχάσαμε πια το χειρισμό τους.
Δε ζητάμε πιο πολλή επιείκεια
Γιατί δεν ξέρουμε καλά τον εαυτό μας.
[1942;]
Τα ποιήματα και η εικόνα της ανάρτησης είναι από το αφιέρωμα στον Γιώργο Β. Μακρή του Χαράλαμπου Οταμπάση, με τον τίτλο «Γιώργος Μακρής: θραύσματα ενός γυάλινου “εμείς”», που δημοσιεύτηκε στο Ποιείν στο http://www.poiein.gr
