Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, Έξι ποιήματα

Η αναχώρηση

Θα φύγω κάποτε απ’ το νυχτερινό σταθμό

γλιστρώντας προς τη χλόη άγνωστων τόπων

καθώς το ψάρι, αδιάφορος για τον πολύχρωμο βυθό

αθόρυβα, καθώς αξιωματούχος πικραμένος θα γλιστρήσω

Όχι πως φεύγοντας θ’ αλλάξω τη ροή των βρώμικων νερών

Υστεροφημία

Είπες κάποτε αυτά τα ποιήματα θ’ αγαπηθούν πολύ

θα τοιχοκολληθούν, να τα διαβάσουν όλοι.

Μια μέρα θα υγράνουν μάτια και χείλη

θα διαβαστούν κάτω από φανοστάτες, σε βροχερές συνελεύσεις.

Τέλος, καθώς πολλούς θα τυραννήσουν, θα καούν

ή θα ταφούν σε ανήλια σπουδαστήρια – κι είπες πάλι

ίσως ο άνεμος μιας δροσερής αυγής να τα σκορπίσει

Η συμμαχία του θεού

Θε μου, τι να μισούσα απόψε περισσότερο

Την ψεύτικη θάλασσα, μικρή σαν λίμνη, ανώνυμη

το ποδοβολητό και τις φωνές μικρόψυχων παιδιών

φώτα θαμπά που φέγγαν στα κεφάλια μας,

εκείνον τέλος που με βασανίζει τόσο ανέμελα

όσο όλοι μαζί που πέρασαν ή θα ΄ρχονται,

εκείνον που λυπάμαι τόσο που γεννήθηκε

έτσι αργά σε τόπον αφιλόξενο – τα βέλη σου

γι’ αυτόν που έκαμε όλες τις επαναστάσεις και τα ποιήματα

που τον ακούω, νύχτα μέρα, και βογκάω

Ο όμορφος αφροδισιολόγος

Ο φίλος μου ο όμορφος αφροδισιολόγος

νεαρός, με ωραία χείλη και βοστρύχους ξανθούς

μου εξήγησε τρία απογεύματα γιατί αποφάσισε

μιαν ειδικότητα που στις μέρες μας έχει ξεπέσει.

«Τι να ελπίσω σ’ ένα δυο σταγόνες αίματος, έλεγε

σ’ ένα τοπίο όλο κόκαλα αποκαρδιωτικό.

Αυτά μπορώ και τα σκεπάζω – μένουν πάντοτε

θερμές εστίες μιας μόλυνσης τρομαχτικής

τ’ ασήμαντα θανατηφόρα έλκη»

Οίκτος

Εγκλωβισμένους μες στη φυλακή της άνοιξης

όλο χειρονομίες και ψιθύρους

Πώς τους λυπάμαι τους ερωτευμένους

που τριγυρίζουν συντροφιά ή μόνοι

μέσα στο στήθος τους άλλο πια δεν λάμπει

μονάχα η ψεύτικη, η αλλοιωμένη εικόνα

Μα περισσότερο λυπάμαι αυτό τον νέο

που πλέκει στίχους όλο απελπισία

γι’ αυτούς, μόνο γι’ αυτούς θέλει να ζήσει
Κι όμως λυπάμαι περισσότερο τον ήλιο

που λάμπει φρέσκος στην καρδιά της μέρας

Τετράδια μουσικής

Τα ρούχα μας είναι γαλάζια

γαλάζια τα δέντρα κι ο άνεμος

μες στα μαλλιά σου, γαλάζιοι κι εμείς

Περπατούμε ανάλαφροι κάτω απ’ τα δέντρα

τα φύλλα τραυλίζουν στα πόδια μας

όλα σχεδιάστηκαν καθώς λαχτάρησες

μες στο προαύλιο, μέσα στο ποίημα

της φυλακής

Leave a comment