Μονάχοι, περπατάμε στα βουνά […]
Μονάχοι, περπατάμε στα βουνά
ενός ακρωτηρίου του νησιού.
Πατώντας τα μονοπάτια,
διασταυρώνουμε τα αόρατα κατώφλια
ενός βασιλείου μοναχικού.
Πάνω στις νοτισμένες της νυχτερινής δροσιάς πλαγιές,
όπου γεννιέται το χορτάρι,
μαζεύουμε χαμομήλια και λεβάντες.
Μυρώνοντας τα μακριά μαλλιά σου από το άρωμά τους,
σε στέφω από λεπτεπίλεπτα κλαδιά.
Περπατάς στο πλευρό μου,
σαν ένα ουράνιο σημάδι.
Κι ενώ καιγόμαστε ενωμένοι
σε μια μόνη φλόγα διάφανη,
σφαλίζουμε τα χείλη μας.
Λέμε με βλέμματα
αυτό που δεν θα πούμε ποτέ ενώ μιλάμε.
Οι λέξεις μόλις που υπαινίσσονται
την εσωτερική αναστάτωση που μας κινεί,
την ακαταμάχητη που μας ενώνει δύναμη.
Έχοντας λιώσει με του ήλιου την ανατολή,
πίνουμε, αναπνέουμε την ομορφιά.
Έχοντας μετατραπεί σε έμβιους αμφορείς
όπου ωριμάζει ένα μυστηριώδες κρασί,
τρίβουμε με τις άκρες των δαχτύλων
τον αέρα των κορυφών.
***
Ένα απογυμνωμένο ιερό
Κάτω από τα ψηλά νεφελώματα του απογεύματος,
έρια ξηλωμένα στον ουρανό,
ένας γλάρος μόνος
γλιστράει σχεδιάζοντας, με τα φτερά του,
έναν κύκλο αόρατο.
Ο ωκεανός ήρεμος, μέσα κι έξω
από τον μαύρο της παραλίας κυματοθραύστη,
μεταμορφώνεται στο έδαφος
ενός απογυμνωμένου ιερού,
άδειου από τοίχους, άπειρου.
Στο έδαφος καθρεφτίζονται
οι γαλάζιες της στέγης αποχρώσεις,
που διατηρείται μόνο στις κολώνες
του κρυστάλλινου αέρα.
Ο γλάρος γιορτάζει, στα ύψη,
τους γάμους του ουρανού με τη γη,
σχεδιάζοντας μιας συμμαχίας τη μορφή,
εικόνα απ’ των συζύγων την ένωση.
Εγώ κολυμπώ, κοιτάζοντάς τον σιωπηλός,
σαν στο απογευματινό τοπίο
να έβλεπα μονάχα τον αόρατό του κύκλο.
***
Κύριε
(Φόρος τιμής στον Όκεγκεμ)
Μια δέηση ύψωσα, τρεμάμενη κι ανθρώπινη,
απ’ τις φωνές της χορωδίας στο άπειρο.
Μια δέηση ευλάβειας αναβλύζει,
όπως μια δόνηση, απ’ το βαθύ έδαφος.
Ο Θεός στην αγκαλιά του υποδέχεται τη μουσική,
στου σύμπαντος τη μητρική σιωπή.
Όλοι οι κόσμοι σιωπούν,
μόνο για να συνδιαλεχθεί
ο άνθρωπος με την καταγωγή του.
Τίποτα δεν ταράζει το γαλήνιο άκουσμά μου,
τη σιωπηλή κατάπληξή μου.
Οι αστραφτερές της νύχτας διαδόσεις
διακόπτουν τα έκθαμβα αυτιά μου.
Ξαφνικά, οι φωνές με σηκώνουν,
με κύματα εναγκαλιζόμενα, απ’ τη γη,
υψώνοντάς με στους ουράνιους κύκλους.
Τα δάχτυλά μου χαϊδεύουν, στην πτήση,
την άυλη αρμονία των άστρων.
*Ο Ramiro Rosón Mesa (Σάντα Κρούζ, Τενερίφη, 1989), έχει εκδώσει δύο θεατρικά έργα και μία ποιητική συλλογή και έχει ασχοληθεί επίσης με την προώθηση της λογοτεχνίας ως ραδιοφωνικός παραγωγός. Έχει συνεργαστεί με περιοδικά λόγου και τέχνης αλλά και σημαντικούς καλλιτέχνες. Διατηρεί το ιστολόγιο στη διεύθυνση http://cuadernodefulgores.blogspot.com. Μετάφραση: Άτη Σολέρτη, για την Ανθολογία Σύγχρονης Ισπανικής Ποίησης.
