Φώτης Γερασίμου, Τέσσερα ποιήματα

Εδουάρδος Μανέ, Γεύμα στη χλόη, 1863

Εδουάρδος Μανέ, Γεύμα στη χλόη, 1863

4, rue des Citeaux

Τι να πω…
Ότι και να πω το ίδιο θα ’ναι.
Απο κει πέρασα.
Ή μήπως δεν θάναι…
Για να μην πεθάνω δεν πρέπει να ‘χω παρελθόν.
Μα εγώ το παρελθόν μου το θέλω.
Αφού από κει πέρασα. Αυτό είμαι.
Άρα, για να μην πεθάνω θα πρέπει να μην είμαι.
Ε, όχι εγώ θέλω να είμαι.
Άρα, θέλω να πεθάνω;
Δηλαδή, το δίλημμα είναι ή χωρίς παρελθόν
και χωρίς θάνατο
ή με παρελθόν και θάνατο;

Εσείς, τι λέτε;

***

Καντ

Ήταν ανάγκη να περνάς κάθε βράδυ
από κείνο το δρομολόγιο;
Θα σου βρίσκαμε κι εμείς ένα δρομολόγιο
που θα σου άρεσε.
Κι αν σε ζάλιζαν την άνοιξη οι μυρωδιές
απ’ τη χλωρή ατμόσφαιρα
και διέκοπταν τους συλλογισμούς σου
οι φωνές των παιδιών
θα βάζαμε τις γλάστρες μέσα
και τα παιδιά θα τα μαζεύαμε νωρίς.
Και αναπόσπαστος να σκέφτεσαι
τη γενική θεωρία του Υψηλού
όπως θα σου ξανοιγόταν ο διάδρομος του γαλαξία
ανάμεσα στα φωτισμένα παράθυρα
και τα ξέπνοα γελάκια των πορνών

αργά
κατεβαίνοντας
την οδό Πιπίνου…

***

υγ. 1

Με βήμα ρυθμικό κι επίσημο
με ύφος σαν να βγαίναν απ’ τ’ όνειρο
σαν να ‘χαν ξυπνήσει από μεσημεριάτικο ύπνο
με τόσο βάρος αθωότητας στα μέλη
με τόση ελαφράδα ενοχής στις κινήσεις
αποφασισμένα, κουρδισμένα, ανυποψίαστα
-που τα στέλνετε;-
διασχίζοντας με χαμόγελο τον κόσμο
που δεν είχαν επιλέξει,
για τις πρώτες τους γυμναστικές
επιδείξεις…

τα νήπια

***

υγ. 2

Μα, πού τους πάνε; πού πάνε; αναρωτιόμουν
Σχεδόν χαμένοι, εξαϋλωμένοι μέσα στην ομίχλη
των φλας απομακρύνονταν αργά κοιτώντας απ’ το
πίσω κάθισμα, ανυποψίαστοι
για το πάντα και το ποτέ, μ’ ένα χαμόγελο στα μάτια
ένα φιλί στα χείλη, τα χέρια… που νόμιζες ότι δεν
φεύγουν χωρίς επιστροφή.
και κανείς δεν έβλεπε ποιος καθόταν
στη θέση του οδηγού, όπως ακάθεκτοι πια, έτρεχαν
προς το μέλλον που ‘χε γραφτεί στο παρελθόν

οι νεόνυμφοι

*Από τη συλλογή “γεύμα στη χλόη”, εκδόσεις Κουκούτσι, Αθήνα 2012.

savedimages

Leave a comment