όλος ο κόσμος φτιάχνεται και γκρεμίζεται μέσα σε ένα βάζο
Ποιήτριες
τρώμε κοινωνικές πράξεις
ανοίγουμε δημόσια τα ράμματά μας
σε πιάτα στοργικά πλαστικοποιημένα
ταξικά και δομικά αποστειρωμένα
φορούμε γάντια λάτεξ στα κορμιά μας
πάσχουμε από ευγένειες ενάντια στα οράματά μας
το codebar μας έχει ψευδαισθήσεις
είμαστε το ελάττωμα στις αιώνιες γαλουχήσεις
προσοχή σε ποιον στρατό
θα μας επιτάξεις
γιατί είμαστε εμείς που τρώμε
τις κοινωνικές πράξεις
Προνοητικότητα
όταν ήμασταν παιδιά
μας έκοβαν σε κομματάκια το φαγητό
για να μην πνιγούμε από αυτό
ώστε το σύστημα να μας χτυπά
στην παρεγκεφαλίδα με ένα ρόπαλο
μέχρι το κεφάλι μας να λιώσει στο πιάτο
αφού έχουμε φάει όλο μας το φαγητό
για να είμαστε διαθέσιμα για την κοπή
ώστε να ταϊσουν προσεκτικά με εμάς
ένα άλλο παιδί
Αχ πλαστικό
λατρεύω το πλαστικό
την αίσθησή του την αντοχή του
τη σταθερότητα και την υπομονή του
στις αναμνήσεις μου είναι φωτεινό
το αγαπώ όσο μολύνει όσο διαλύει
όσο υπάρχει αυτό στη θέση στο πραγματικό
όσο χωρίζει τα σώματά μας
τα όνειρά μας και παύει κάποιον
αόριστο υπέρτατο σκοπό
πάντα ξεχνούσα και ήθελα να στο πω
ότι με συνθέτει με αναλώνει με μετατρέπει
κι έχει τύχει να το ερωτευτώ
να το ασφαλίσω να το φροντίσω
και μέσα σε αυτό
απορροφητικά να κλειστώ
το μισώ το αγαπώ το μισώ
πόσο μισώ το πλαστικό
Άνω θρώσκεις
τρώω γρασίδι πάρκου
κατουράω τις λέξεις μου
πίνω τις σκέψεις μου
κρατιέμαι από τρίχες
φοράω την επιδερμίδα
τα κόκκαλά μου
κοιμάμαι τα πρωινά μου
στις ώρες κάθομαι
ακούω τα όνειρά μου
μα δεν σε πιάνω
όλο κοιτάς προς τα πάνω
και δεν σε φτάνω
Κι ο θεός είναι νεκρός
και τα μάτια σου ανοίγουν
κι ο θεός είναι νεκρός
σε μια στιγμή μπορούν να αλλάξουν όλα
και μέσα από το στόμα σου
βγαίνουν παράσιτα λύονται προς τα έξω
μία βία από το λάρυγγά σου που κόβεται
η αθωότητά σου δεν βρέθηκε ποτέ
δεν υπέγραψες υπεύθυνη δήλωση
υπάρχεις ή και όχι
είναι δημοκρατική απόφαση
μη φοβάσαι κι ο θεός είναι νεκρός
η γλάστρα είσαι στον διάδρομο
αναμονής προβλεπόμενων γεγονότων
θα πεθάνεις εδώ ή εκεί
κάθε διάβαση είναι μονόδρομος
και κάθε σπίτι κρύο και κλειστό
δεν μιλάς δεν απαντάνε
κι ο ήλιος εκεί πάντα σταθερός
φτιαγμένη από το σάλιο ξένων στομάτων
δύο συν ένας δώρο εραστές αδιαρκείας
το φως τονίζει πιο έντονα τη μοναξιά σου
κι ο θεός είναι νεκρός
Σαν τον χριστό
είμαι μέσα στην οθόνη
το χιαστό μου σώμα λιώνει
για μας υπάρχει πολύ πάθος
όλα είναι ανάποδα
δεν πρέπει να ανησυχώ
όσο ακούω τον συνειρμό
και βλέπω στον νεροχύτη
το νεκρό και το άβιο
τα μαξιλάρια μου είναι λάθος
μα αυτό που με τρομάζει
έιναι ότι τις νύχτες το χέρι σου
ακουμπάει στον σταυρό
κι είμαι κι εγώ σαν τον χριστό
τα βράδια δεν μπορώ να κοιμηθώ
κι αν στριφογυρνώ δεν φταις εσύ
φταίει που πάνω μου το κράτος
στραγγίζει το αίμα του πειράματος
γλείφει το φως το απορρυπαντικό
προτάσσει το φυσιολογικό
μετράω ξαναμετράω
νύχτες σκαλίζουν ένα κενό εσωτερικό
που χύνεται σαν τσάι στο καθιστικό
σε λεκέ έξτρα ανόθευτο
τα μαξιλάρια μου σταθμεύουν σε λάθος
πρόκειται το σημείο του εγώ
με σπρώχνει σε ανεξιχνίαστο βάθος
να θυμάσαι πως τα βράδια
αδυνατώ να κοιμηθώ
κι είναι εκεί το εγώ κι είναι το πάθος
Ερινύες
μολυσματική ασθένεια
εξαπλώνομαι στα άκρα σου
στα πεζοδρόμια και στις υπηρεσίες
κατατρώω τις ουρές σου
κλέβω τα σούπερ μάρκετ
και τα βιβλιοπωλεία σου
στέκομαι και θάβω το είναι μου
στις φανταχτερές πλατείες
πνίγομαι στις ταμειακές μηχανές
στις φασιστικές ιδεολογίες
είμαι το αρνητικό το πρόσημο
στην ένα ευρώ πίτσα σου
και στα γιγάντια σινεμά σου
ο άστεγος του κουτιού
στις οικογενειακές κατοικίες
η υγρασία πίσω από την κουλτούρα
και η ασχήμια της ομορφιάς σου
είμαι η μοναχικότητα του σεξ
η χοντρή μπάρμπι
ο νεκρός θεός
τα αιματηρά οπισθόφυλλά σου
ο άνθρωπος μέσα στα γιγάντια άδεια πιάτα
η βραδινή βάρδια τα σφαγμένα ζώα
και τα άδεια δωμάτια
βγαίνω από τα σωθικά σου κι
εξαπλώνομαι στα άκρα σου
υψηλού κινδύνου
μολυσματική ασθένεια
ρίσκο καθημερινού θανάτου
στη φυσική τάξη πραγμάτων σου
θα με βρεις μπροστά σου
οι ερινύες του μύθου σου είμαι
η εκδίκηση για τα νεκρά παιδιά σου
Απροϋπόθετοι άνθρωποι
μιλάνε μόνοι τους
στέκονται στη μέση του πουθενά
γελάνε υστερικά και φοράνε
ελαττωματικά πλαστικά
χορεύουν άσχημα
βρίζουν χωρίς συναίσθημα
μυρίζουν κωδεΐνη και βαρβιτουρικά
στον ύπνο τους μιλάνε πρόστυχα
συχνάζουν τις νύχτες σε εργοστάσια
είναι φτιαγμένοι από κραγιόν και μεϊκάπ
και τα όνειρά τους έρχονται
από τους λόφους στο Αφγανιστάν
ως το τρεχούμενο αίμα στα βουστάσια
δεν έχουν προϋποθέσεις
μόνο αλλεργίες σε όλα τα υλικά
τρώνε λυγμούς και σφάζουν μνήμες
περπατούν μόνο ανάποδα
λέγονται τελείες και ντεφορμέ παράσιτα
κλείνουν τις πόρτες για να μπούνε
είναι μωρά γεμάτα άχυρα
σε οικογένεια δεν χωρούνε
χωρίς ψυχή φωτοσυνθέτουν δεν ζούνε
κρυφά αγαπούν νεκρούς κι αγάλματα
