.
Μόνο βουλώνοντας τη σιωπή με της ανάμνησης την αλεπού
μπορώ τ’ αλάτι όλης της θάλασσας να σβήσω
και σε γλυκά νερά να κλάψω το κορμί σου. .
***
Πατρίδα
Μαζί τα δάχτυλά μας κλειδωμένα,
μήπως και μείνουμε όρθιοι,
μα οι τσέπες μας γεμάτες πέτρες.
.
.
Κάποτε είχαν μέλι και λεβάντα,
μελάνι και χαρτί.
Για όλα εκείνα που θα γράφαμε,
κι άλλα τόσα που θα βρίσκαμε.
.
Μα κάπου στην αρχή,
στης σιγουριάς μας τα χωράφια,
σκοντάψαμε στους βράχους που φυτρώσαν.
.
Μας τέλειωσε το μέλι,
μας τέλειωσ’ η λεβάντα.
Όσο για το χαρτί,
και τούτο σώθηκε,
κι ας είχαμε πολύ μελάνι ακόμη.
.
Κ’ η μάνα μας,
με άδεια στήθια μας κοιτά,
κι ανώφελα μας καταπίνει.
***
Χρόνος
Αντικριστά καθίσαμε και πάλι.
.
Εμείς εδώ,
με σκαλιστές σκιές στο μέτωπο
τις ώρες της επιθυμίας ν’ ασβεστώνουμε
με τρύπιους τενεκέδες λογικής.
Και στην ελπίδα του “είμαι”,
το “δεν είμαι” να γευόμαστε,
σ’ ετούτο τον παράλογο εμφύλιο.
Σιωπηλός, απέναντι, εσύ,
δεν ξέρω τι μυρίζεις.
.
Σοφία ή Σαρκασμό.
.
***
Η ροδιά στη στροφή του δρόμου
Σπάσανε τα χέρια σου κι έπεσαν
στη γη, χαλίκια.
Κι εγώ,
που τόσο ήθελα να μ’ αγκαλιάσεις,
έσκυψα και μες στην τσέπη τα ’βαλα.
.
Κι όπως σε είδα να μ’ αφήνεις,
δεν ήξερα πως κάποτε
δε θα με καίει τ’ ουρανού σου η βροχή
και η ροδιά που μου ’δειξες στου δρόμου τη στροφή.
.
Όσο για τα χαλίκια,
με τον καιρό γινήκαν βότσαλα,
που έσπειρα στη θάλασσα
και φύτρωσαν κοράλλια.
***
.
Όχι εμείς
.
Και το ποτάμι τρέχει πίσω στην πηγή.
Κι εμείς που δεν προλάβαμε να πιούμε,
πέτρες πετάμε στην κοιλιά του.
Λες κι αυτό να φταίει.
Αυτό κ’ οι Άλλοι.
.
Μα προπαντός οι Άλλοι.
.
***
.
*Από τη συλλογή “Σιωπή”, εκδόσεις Πολύτροπον, 2015. (Τα πήραμε από τη σελίδα της Ana Doulia στο Facebook
