Για να γίνουμε ταπεινοί θα ‘πρεπε ν’ αρκεστούμε στα εφηβικά μας σφαιριστήρια.
Στο γκαρσόνι Νίκος
στη θερινή Αρμονία όπου ο Τώνης Μαρούδας σιγοντάριζε τον πασατέμπο
Μετά η στάση του λεωφορείου κι ο δυστυχής Μιχάλης της παρέας μας να χάνει για δευτερόλεπτα το τελευταίο
και να υποχρεούται ως εκ τούτου να βγάλει την αθεόφοβη ανηφόρα με ορθοπεταλιά –
Καίτοι εις Χριστόν βαπιτσθείς
ήτανε μέρες που τον κόλαζαν ο Τζέημς Ντην κι η Νάταλι Γουντ
(μακαρίτες αμφότεροι σήμερα)
τέλειωνε τα αγγλικά της και τον καλησπέριζε η Νέλλη
Μα στα ζητήματα των νηστειών ήταν αμείλικτος.
Για να γίνουμε ταπεινοί θα ‘πρεπε να κάνουμε στη ζωή μας το ράφτη,
το μαραγκό, έστω τον ταχυδρόμο
ν’ ανεβαίνουμε το ωράριο με ένα μονόξυλο των Μοϊκανών
Να σκάβουμε, να ποτίζουμε, να έχουμε το χειμώνα χιονίστρες
να παίζουμε καλούτσικα μπιλιάρδο, ν’ αγαπάμε το παλιό παλτό μας απεριόριστα κι αναντικατάστατα, να απευθυνόμαστε στον πληθυντικό, να ξέρουμε τη γεροντοκόρη φαρμακοποιό που είναι φιλενάδα της μαμής με τ’ όνομά της
Να έχουμε χαγιάτι κι αυλή στο σπίτι και εορτάζοντας συγγενείς
Να λέμε παρών –
θέλεις στο Χαλάνδρι, θέλεις στο Θησείο, θέλεις στα Ψηλαλώνια
στο Λιμανάκι της Αγάπης που μια φορά χάσαμε το ρολόι μας
Να μη ζητάμε το λογαριασμό
γιατί στο τέλος κι ακριβά πληρώσαμε και ταπεινοί δεν γίναμε.
*Από τη συλλογή “Ποιήματα με ημερομηνία λήξεως”, εκδόσεις Καστανιώτη, 1995.

