Λέξεις και στίχοι δοκιμασίας από τις εξαντλητικές ημέρες μιας δρομέα

Artwork: Carol White

Artwork: Carol White


 
Φίλοι που διαβάζετε ΤΟ ΚΟΣΚΙΝΟ,

Σήμερα, 6 Αυγούστου του 2016, ημέρα έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων στο όμορφο και μακρινό Ρίο, σας χαρίζω τους Μουσώνες μου. Μια έκφραση ποιητική σε ατέλειωτες σελίδες, από ένα πνεύμα που εξασκείται καθημερινά και εντατικά στο γράψιμο.

Τα χρόνια που μας πέρασαν πολλά βιβλία μου αφιερώθηκαν στο αθλητικό, όπως το ονομάζω, πνεύμα. Βρίσκουμε τρόπο να παρομοιάσουμε παλαιότερες αποδόσεις των νεανικών μας χρόνων, όπως μια καταπληκτική απόδοση στο τρέξιμο 100 μέτρων, που με διέκρινε στα γυμνασιακά μου χρόνια. Τον αγώνα αυτό ταχύτητας, δύναμης και αντοχής, που αντικατέστησα με ένα άλλο άθλημα, για να ζήσω την ίδια μαγεία μιας άλλης αθλητικής εμπειρίας τον κράτησα καθημερινά στη ζωή μου.

Τα περισσότερα βιβλία μου ετοιμάστηκαν γι’ αυτό το σκοπό. Για να γιορτάσουν την προπόνηση, την εξάσκηση, για ν’ αναπτύξουν το πάθος, να παρομοιάσουν τη γραφή με το στίβο, όπου η ευγενής άμιλλα έχει ένα και μόνο δρομέα, που τρέχει για να ξεπεράσει τον εαυτό του στους δικούς του, παράλληλους με τους Ολυμπιακούς Αγώνες, αγώνες του.
 Κάθε τέσσερα χρόνια, η ίδια αθλήτρια έχει κάτι ν’ αφήσει που μένει, σαν απλή απόδειξη εξάντλησης και εξάσκησης, σε ό,τι αγαπά και πιστεύει σαν δρομέας της ποίησης.

Το 2000 η Κλέλια, προς τιμήν των Αγώνων του μαγευτικού Σίδνεϊ, και το 2004, στους Ολυμπιακούς της λατρευτής Αθήνας οι δύο τόμοι της Αγγελιοφόρου αφιερωμένοι στους Αθλητές του Πνεύματος. Το 2012, χρονιά των Ολυμπιακών Αγώνων στο τρισαγαπημένο Λονδίνο, και με την πρώτη ευκαιρία χρόνου και διάθεσης των Οργανισμών που ανέλαβαν την παρουσίαση των έργων μου, επτά βιβλία- έξη ποιητικά και ένας τόμος αυτοβιογραφίας- αποτέλεσαν την προσωπική προσφορά στη γραφή που φέρει το όνομά μου, και τη νέα βάση για περαιτέρω εξάσκησή μου.

Στο οπισθόφυλλο της Αγγελιοφόρου Α’ το λέει εξάλλου καθαρά:
Λέξεις και στίχοι δοκιμασίας από τις εξαντλητικές ημέρες μιας δρομέα.
Φέτος, ιδού οι Μουσώνες, δοσμένοι να τιμήσουν τους Αγώνες στο ανεπανάληπτο και άγνωστο σε μένα Ρίο. Ένα βιβλίο που ακολούθησε τον περσινό εξίσου μεγάλο τόμο της Υάλου, ενός βιβλίου-τόμου,  που θέλει να παραμένει τόσο διάφανο όσο κι ανώνυμα σιωπηλό.
Φέτος, ιδού οι Μουσώνες που με πήραν από την Κύπρο, στο Κονγκό στην Αθήνα, στο Λονδίνο και τέλος στην Αυστραλία…είναι οι άνεμοι που με αφήνουν να σας χαρίσω, με ευκαιρία τους Ολυμπιακούς Αγώνες στο μαγευτικό Ρίο, ένα ποίημα από κάθε βιβλίο τους, εδώ, στην αντάμωση των στίχων μας.

Να χαίρεστε και ν’ αναπτύσσετε τον αγώνα σας, όσο δύσκολος κι αν είναι!

Ευχαριστώ από καρδιάς το ΚΟΣΚΙΝΟ και τον Δημήτρη Τρωαδίτη, καλό φίλο, ποιητή, καλό συνάνθρωπο.

———————————————-

Έρμα Βασιλείου

Μη δώσεις να σε ζυγιάσουν…
 
αυτοί που βλέπουν όσα οι άλλοι
απ’ τα δικά σου τ’ αμύθητα κάλλη λαθών
θα πάρουν κάποτε
μα όχι τώρα
τώρα δεν σε μετρούν σωστά
πικρό μετανιωμένο
σε βλέπει σήμερα
η παιχνιδιάρικη ημέρευση
πουλιά με ράμφη άκαμπτα
ταΐζουν νεοσσούς
στ’ απάχικα στέκια του αλανιάρη τροπικού
μη δώσεις ποτέ να σου μετρήσουν ήλιο
δεν στο παρήγγειλα νωρίς, λησμόνει με
μη δώκεις τίποτε τυχαία να σου το πω στοχάστηκα σήμερα
θα παίρνουν τα μέτρα στο μήκος της κνήμης
για να σου ράψουνε μανίκια
θα μετρούν  το πλάτος του νου
για να σου φτιάξουνε ποδιές, σαλοπέτες*
είναι των άλλων τόσο διάφορα
οι μώλωπες στολίζονται με δόξα
τα πελλανέμια χορεύουν μέχρι πρωίας
…ο κόσμος σου τα περιμένει όλα
τ’ αναζητάει τα δέχεται  
σε κάποιο περιθώριο θα μπεις για να διορθωθείς
για τελευταίο έργο των γλωσσών της εργατιάς
να τραβάς τις μέρες από τις ρίζες να μεγαλώνουν
μ’ ένα λινό φόρεμα που αφήνει ξέφτια κάθε μέρα
θα βρεθείς γυμνή στο Βυζάντιο
παρέα με τον Πτωχοπρόδρομο
ίσως αυτός σου δώσει κάτι ν’ αλείψεις τον ουρανίσκο 
η απόσταση είναι κουβαροκούβαρο
για σένα μελάνι μερόνυχτο περιπέτεια της τροχιάς
και οι καλεσμένοι σου
που αρέσκονται στην ηρεμία που φτιάχνεις
στο Αριστείο του Θεού!
 
 *τα overalls, τα ρούχα του εργάτη, salopettes στα Γαλλικά, δάνειο στα Ελληνικά του Κονγκό

Μουσώνες. Βιβλίο Α’   Έργα του Νότου

***

Μια ποιήτρια που ζει στον κόσμο της

Το σπίτι μου είχε δέρμα που ανέπνεε
Την τύχη της επαύριον
Σταφύλια, φουντούκια και φύλλα ακακίας
Άνθη πεσμένα στα γόνατα
Σιωπηλοί καθρέφτες…
Έγραφε μουσική κάθε στιγμή η άμπωτις
Εώα, με φώναζε ο μπάτης, στην τύχη το άκουγα
Γέμιζαν οι χαρές του νότες υψηλές
Τη γη της ψυχής που μας έτρεφε άλγη
Καθρέφτες σπασμένοι, όλα
 
Μουσώνες. Βιβλίο Β’ – Εώα, η άλλη Εκάβη
 
***
 

Artwork: Carol White

Artwork: Carol White

Justice rendue
 
το παιδί που έχει
κρατούμενο μην χρειαστεί να ελευθερώσεις

κρυφή η δύναμη κρυφοί και αδάμαστοι οι μαστοί
είναι το πόδι του αλόγου τολμηρό
κι εσύ γυναίκα με την απουσία σου
δεν έδωσες αξία στα σχέδια του πολέμου του
 
πόσο θα έπρεπε να γράψει μια σμίλη στην πέτρα
τα κατορθώματα του καθενός
 
χωρίς να πρέπει να γίνεσαι το μοιρολόι των ποιητών
αφού είσαι όλη ράμνα με άνθη ή με καρπούς
 
οξύτατη ουσία θέλει να σε γεμίσει αιωνιότητα
αυτό το βράδυ θα το δεις να γίνεσαι η στρατηγός παρέα με την αθανασία
φτάνει να λες, φτάνει να λες απέχει το τέλος του κόσμου
κάλεσε την ωριαία δέσμη φωτός
καβάλα στο αλογάκι της Παναγίας
χρωματιστή προβαίνει σαν μαντόνα και μια αρά
ταυτόχρονα
με μαντίλα και δίχτυ στα χέρια
γεμάτο τεράστιες πέρλες
που αντηχούν τα γεγονότα του παράδεισου
όλα στα χέρια κεντητά σημαδεμένα
πιο πολύ από τα χαρτιά που κρατούν
πυγμή στην καρδιά
χάνουν οι άντρες που κέρδισαν τη δύναμη
γροθιά στην καρδιά η αγωνία
χάνεις που δεν με είδες να γελώ
με ένα κέρμα γυρισμού
 
δώσε του, μόνο δώσε του
φιλόξενη ειρήνη
με χάρη πάρε του την πορφυρή εξουσία να μη χάσει
σεμνότητα
θυμήσου γιατί εγώ το ξέχασα πως έχει σκλαβωμένο το παιδί του
κακά μπορεί να έκανες
προθέσεις δεν είχες να ταυτιστείς με αυτά, μόνο με την σκληρή την περηφάνια
 
Μουσώνες. Βιβλίο Γ’ Εξ αγνώστου γυναικός

***

Αn object is moving
 
It is dusty
-the word indigenous fits in my thoughts-
I am indigenous in my worlds
we are all in a pair of works
competing our complexities
 
believe the unbelievable
and try to forgive it
 
as it is moving
no theories support it
as it is resting
no resting place it accepts
 
I cry to my meaning
it tells me you know yourself
I kneel and beg his mercy
it tells me…
it tells me…
is it not enough you loved?
It tells me, it tells me
it is moving
it is love, it is mercy
it is a dusty room
it’s dusty I am thirsty for my groom
I know myself in every bridge
a chamber replenishing
its face
with compact powder of my earth
with powder of my dynamite
I live and recognise you
you are mine, I am yours
we are thirsty
we are dusty, we are ours, our worth
 
Μουσώνες. Βιβλίο Δ’ Devotion-Boermab Warrior
 
***

Άργησε τόσο η καταγραφή των άστρων

Κάτω,στη ρεματιά φαίνεται ο καβαλάρης
φοράει τα σίδερα των χρόνων
έρχεται λαβωμένος, κομμένη η μέση του στο άλογο
το ξίφος κρεμαστό στα πλαγίκια
και το άτι, λογοδοσμένο εδώ κι αιώνες ασυναίρετους
στο γείτονά θα πάει ν’ απλώσει τα αιωνόβια μουσκεμένα,
κι η μάννα του σαν γνέθει ακόμα θέλει να τελειώσει
τη ρούχινη τσαγιέρα με τα βότανα τ’ αθάνατου
και στο πουρό, οι εταζέρες ολόγυρα του ασπρότοιχου
χόρτα που συζητούν ξεχνούν πως έζησαν εφτά και λίγο αιώνες
ψάχνουν να βρουν ένα καπέλο με τα θαύματα
να πούνε πως ξεχάστηκαν
ανεβαίνει στο βουνό μεσόχρονα βαδίζει
ο καβαλάρης με άλογο το χρόνο
νομίζω πως απόψε καλό ένα πιάτο φαΐ να το θέλουμε όλοι
καλό ένα στρώμα ξυστό νερό κι αποκαΐδια που άφησαν
οι αμαρτίες μου στο στόμα του αγεριού
να το μοιραστούμε
θέλουν να μπω στο μαγειρειό του Κλεφτοπρόσωπου
να πάρω την εικόνα των σαράντα φτέρων
που μεταξύ τους ομιλούν για όσα πέρασαν
σε μια σιωπή που ξεκουφαίνει τ’ άστρα
να μάθω να μην αμαρτάνουν οι άλλοι…
ο καβαλάρης φαίνεται στα σίδερα των χρόνων
έρχεται μα δεν φτάνει
κλαίει η κυρά του στο χαμό του κόσμου
κλαίει που του έμεινε πιστή
και δεν την ζήτησε κανένας
εκτός από μια αθεόφοβη καταγραφή των άστρων
 
Μουσώνες. Βιβλίο E’ Τα τραγούδια της Αράχνης
 
***

Άκουγε σε πολλά ονόματα
 
…που κτυπούσαν πρωί το κουδούνι
Σε όποιο όνομα τον καλούσες
παρών
Κάποτε είχε φύγει με μια αμαρτωλή
γύρισε με κόκκινες μασχάλες από τα νύχια της
τον περιποιηθήκαμε ολόκληρο χειμώνα και τρεις νύχτες από κάθε καλοκαίρι
ερχόταν μετά από αυτόν
Τα φαρδιά του λόγια
Έφταναν μέχρι την καμάρα του καμπαναριού
Και είχε αποκτήσει ανέκφραστη αυταπάτη
Πως είχε συγχωρεθεί
Για τον άτακτο στρατό των αισθήσεων
Το θεωρούσε πια μεγάλη ακολασία
Να βρίσκεται ένα φύλλο του φθινόπωρου
Στα ζεσταμένα από την αγκαλιά των βημάτων
Άτρια των επισκεπτών
Και μάζευε με επικύψεις
Που οδηγούσαν στο εξομολογητήριο
Κάθε άσχετο με το χώρο αντικείμενο
Κάθε ανίκητο από την έλξη του πνεύματος
λόγο
 
Πληρωνόταν μ’ ένα πιάτο κιμωλίες τη μέρα
Κι έσβηνε μ’ αυτές
Τον καρβουνιασμένο τοίχο του κελλιού του
Κι όταν όλα έφυγαν του ‘δωσε επί τέλους ένα όνομα όπως έχουμε όλοι
Η γούμενος του κοντινού χωριού
Γιατί το δικό μας δεν είχε, ήταν αλειτούργητη η εκκλησιά μας σχεδόν το χρόνο ολάκερο
ήμασταν βλέπετε αμαρτωλοί
κι εμείς
όπως και ο ηγούμενος

Μουσώνες. Βιβλίο Στ’ Το Ερημητήρι

Leave a comment