Ι
Τώρα που εκλείπει η γη της Επαγγελίας
πού θα πάνε τόσοι άνθρωποι, ακούραστοι περιπατητές με μια άνοιξη κρυμμένη στο πίσω μέρος του κεφαλιού τους.
και υγρασία και σκοτάδια και καμμιά νοσταλγία
να σκεπάσει τους ακέφαλους εφιάλτες τους.
Είναι βαριά αυτή η μετακίνηση μέσα στις νύχτες,
κοστίζει κάτι παραπάνω να κουβαλάας χαμένη γη κρυμμένη μέσα σε στέρνα γυναικών.
Και εκτίθεσαι πάντα σε κίνδυνο αν σε αντιληφθούν.
Λάμπει η νοσταλγία τις νύχτες και φλυαρούν τα μάτια με την πρώτη ευκαιρία.
Γι’ αυτό προσέχουν.
Δεν νοσταλγούν.
Και μέσα στο σκοτάδι που διαλέγουν /μια μικρή ασφάλεια δηλαδή επιζητώντας/…αφουγκράζονται τις λέξεις που κάνουν τον περίπλουν τους
μια μελαγχολία ντυμένη βαριά για καλοκαίρι…
ΙΙ
Καθ’ οδόν για τον άγνωστο Θεό, ωστόσο, η ελπίδα με αναθήματα.
Διασώζεται καμμιά φορά και περνάει χαρωπή απέναντι
στο χωματόδρομο / ένας νερόλακκος / εκεί πρόλαβε και καθρεφτίστηκε η μέρα πριν γίνει νύχτα.
Και μην ξεχνάμε
Μια φωτογραφία απ’ την τσέπη ενός νεκρού
ήταν το μεγάλο εφφέ της σημερινής μέρας.
Πάει κι αυτό.
Πέρασε!!!!
