
Σμήνος χήνες – οι σταυροί στο νεκροταφείο,
καλωσορίζουν-ξεπροβοδίζουν,
από το σφύριγμα της ατμομηχανής ξυπνώντας,
στ’ αναχώματα τα χορταριασμένα τα φτερά τους μπλέκουν,
μεγαλώνει το σμήνος φθινοπωριάτικα, μυρωδιά από καλαμιές που καίνε
απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο του τρένου,
γαλαζωπές φλογίτσες στον λόφο- οι φθινοπωρινοί κρόκοι,
οι ψυχές των νεκρών βγαίνουν για τρύγο.
Μαθαίνω να κουβεντιάζω.
Mοσχοσίταρο ευωδιάζει η ποδιά της γιαγια-Λίνας,
«αυτή η δουλειά δεν έχει τέλος,
θα ξεκουραστώ στ’ ασπροχώματα».
Στις τσέπες της-κομματάκι ψωμί κι ιστορίες,
σε ψίχουλα σκορπίζονται από τα χέρια της που τρέμουν
και στο χώμα των χρόνων βουλιάζουν:
«Άννα, νεράκι φρέσκο φέρε μου».
Να σιωπώ μαθαίνω.
«Καπνίζεις πολύ» μου λένε,
για τα μικρά της ελαττώματα δικαιολογία ψάχνω
στην αφήγηση αυτής της προγιαγιάς με τον λουλά,
που, πριν λίγο, έφυγε απ’ τον κόσμο αυτόν,
ανοίγω το κοφίνι και τα ξεφλουδισμένα καλαμπόκια ρίχνω,
αρμαθιές με καπνό απ’ το υπόστεγο κάτω,
λευκά κολοκύθια κατά μήκος του τοίχου.
Θα επιστρέψω στον…
View original post 225 more words