ΠΕΙΡΑΤΙΚΟ ΤΟΥ ΣΚΟΤΟΥΣ
Μερικές φορές βλέπω εμένα στον καθρέφτη και τρομάζω από την ηχώ του νου μου…
Θαρρείς και όλα συνωμοτούν να τυφλώσουν τη σιωπηλή μου αύρα…
Θαρρείς και όλα σαλπάρουν για ένα κόσμο ολότελα ξένο,
τελείως διαφορετικό, εξαιρετικά μοναδικό…
Καπετάνιος μας και πάλι ο άνεμος, κι όπου φυσάει, να σου και η πληγή του Φαραώ…
Το νερό σε αίμα μετατρέπει… Οι μεταγγίσεις άρχισαν,
θα αλλάξουμε ταυτότητα, θα γίνουμε αδέρφια…
Ένα με το πλοίο που μας γέννησε…
Ένα με τη φωνή μας που ούρλιαζε απ’ τα πνευμόνια…
Στο αμπάρι φυλάξαμε για το ταξίδι τα εφόδια…
Στο αμπάρι κλειδώσαμε τον ούριο άνεμο…
Καλοτάξιδοι ποτέ δεν ήμασταν, πάντα φουρτούνιαζε λίγο πριν η νύχτα πέσει…
Λίγο πριν τα μάτια μας δέσουνε και μας αναγκάσουν βουτιά στο κενό να κάνουμε,
αλλάξαμε εικόνα, μοιάσαμε περισσότερο με τους κινδυνολόγους.
Εκείνους που φοβερίζουν τη φωτιά να σβήσει…
Εκείνους που απειλούν με βροχή τους υπονόμους…
Μ’ άγγιξε χθες η ηχώ του σκότους…
Ανατρίχιασα μόνο στην ιδέα του πόνου που σε οδηγεί σε ανύποπτη στιγμή…
∆έος, ταπεινότητα και αμφιβολία γέμισε με μιας την παραπονεμένη μου υπερηφάνεια.
Ύψωσα το φως και οδήγησα τον καμηλιέρη στα ιδιαίτερα της καμήλας…
Και λίγο πριν το κουδούνι χτυπήσει,
άνοιξα τα βλέφαρα που ως τότε άκουγαν μονάχα το φλάουτο…
Φλάουτο που σφύριζε σαν ύμνος μες στα αυτιά μου,
και κάθε αίσθηση νεκρή ανέσταινε…
Κρεμασμένη κάποτε από τα ίδια τα φτερά της, έπαψε να πετάει, έπαψε να προσεύχεται…
Ήταν η σιωπή που αυτοσαρκαζόταν
και περπατούσε στις μύτες των ποδιών για να μην καταλάβει κανείς ότι υπάρχει…
Τώρα πια ρίξαμε άγκυρα, τώρα πια δε μιλάμε…
Ό,τι είχαμε να πούμε, το γράψαμε κι ύστερα σε ένα μπουκάλι το βάλαμε…
Όταν ο φελλός θα βγει από αυτό,
κάποιος θα μάθει τις πανσελήνους του σκότους…
Κάποιος θα ακούσει το λύκο να ξεσκίζει τη σάρκα του…
Να αυτοκτονεί…
(1/5/2009, 21:38)
***
ΦΙΓΟΥΡΕΣ ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΗΣ
Πλέκω την αλήθεια σαν παλτό που θυμίζει ψέμα και την φοράω στο άγαλμα της δικής σου ελευθερίας…
Μεταμορφώνω την πηγή της γνώσης σε θάλασσα απόγνωσης και βουτάω μέσα της την πρωτότοκη παλίρροια μελανιασμένης ενοχής.
Λογάριασα ξανά το χρέος μου στον λήθαργο και μια κούπα με κρασί στην υγειά σου έχυσα…
Την έχυσα στο πιάτο που το κεφάλι της ποταπής ανευθυνότητας πόζαρε ξελιγωμένο…
Ματιάστηκα κοιτώντας στον καθρέφτη την πολλαπλή νοθεία σε ένα DNA που δανείστηκα απ’ τους προγόνους μου…
Νωχελικά ψιθύρισα το μόνο που στο νου μου είχε απομείνει…
Τα χρόνια καταδίκης στον κάτω κόσμο…
Κόσμο γεμάτο με λουλούδια και καρπούς…
Κόσμο γεμάτο αγγελούδια και νεκρούς…
Τριγυρνώντας στην πλατεία ακροάσεως είδα τη φιγούρα του φωτός κεντημένη σε ένα άστρο χωμάτινης αδρανοποίησης…
Μα ο αγέρας δυνάμωσε, και σκόρπισε το φως στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα…
Και άναψε φωτιές στα χέρια των δειλών να κάψουν τους τολμηρούς…
Με μάσκες έντυσε τα είδωλα και τα ‘κανε φειδωλά αντίτυπα της χαράς, της αισιοδοξίας και του έρωτα. Και τότε η πλάση κρύωσε και χιόνι έπεσε παντού, ασπρίζοντας τον τόπο γύρω απ’ το βαμμένο νυφικό σου…
Μαύρο ήταν και γυμνό…
Σαν να επρόκειτο εσύ να παίξεις το ρόλο της σιωπής…
Και το παλτό που κέντησα σκέπασε τη γύμνια σου…
Και έλιωσε το χιόνι…
Κι ο αγέρας έπαψε…
Κι η γη σκοτείνιασε…
Η νύχτα κρύφτηκε για πάντα…
(25/4/2009, 22:29)
*Από τη συλλογή “…από τις Ερινύες στις Κήρες”, ηλεκτρονική αυτοέκδοση, 2009.
