Αντιγόνη Ηλιάδη, Ο πετεινός του ξένου στη δημόσια τουαλέτα

rooster

Ήμασταν σε μια κοινόχρηστη δημόσια τουαλέτα. Βρώμικα πλακάκια. Κρατούσε τον πετεινό σφιχτά από τον λαιμό και με κοιτούσε στα μάτια. Το πουλί δεν πετούσε και δεν λαλούσε. Ήλπιζε ίσως στην φυγή του. Τα ζώα δεν σκέφτονται. Έτσι λένε. Και να σκέφτονται, δεν έχει σημασία. Αδυνατούν να δράσουν. Το κρατούσε αλήθεια σφιχτά. Πονούσα κι εγώ, βλέποντάς το. Ο λαιμός του είχε τραβηχτεί. Αλλά δεν έβγαζα κουβέντα, για να μη χαλάσω την ατμόσφαιρα που τόσο ωραία εκείνος είχε κτίσει. Είχε μια πλαστική σακούλα δίπλα του. Άπλωσε το ελεύθερο χέρι του και έβγαλε μέσα από τη σακούλα μια χούφτα κομμένα γιασεμιά. Ήταν φρέσκα. Ήταν λευκά, πολύ λευκά. Αν μπορούσε θα μου τα είχε φέρει με το χώμα. Μου έδωσε λίγα στο χέρι και κράτησε λίγα για τον εαυτό του. Όσο το ζώο πάσχιζε να ελευθερωθεί, εμείς κοιταζόμασταν. Δεν παίρναμε το βλέμμα μας από του άλλου. Ποτέ. Ήμασταν δύο παιδιά και γελούσαμε. Φάγαμε αυτό που είχαμε στην χούφτα με μια απότομη κίνηση. Έχασα την αρμονία του χώρου και του χρόνου για λίγο. Η στιγμή παρατάθηκε. Μασήσαμε με τον ίδιο ρυθμό, ταυτόχρονα. Η γεύση των λουλουδιών στον ουρανίσκο ήταν γλυκόπικρη και σαν αιθέρια καραμέλα που σε δηλητηριάζει. Αλλά, όταν χανόταν στο στομάχι μας, ήταν αρκετό για να μας οδηγήσει όλο και πιο σταθερά στην κτισμένη σιγή μας.

Τα μαύρα πλακάκια και τα παλιωμένα τοιχώματα στον χώρο εξέπεμπαν φως. Το ίδιο και το ανάκλιντρο της αφόδευσης. Η λεκάνη έλαμπε πεφωτισμένη. Η βρύση έσταζε πηχτό λαμπερό υγρό. Αλλά εμείς δεν μπερδεύαμε τα βλέμματά μας με τίποτε άλλο. Δέσαμε τις παλάμες μας, χωρίς να κινηθούν τα μάτια μας γύρω. Τα γιασεμιά ήταν στα μάτια του τώρα. Άρχισαν να γίνονται δίνες. Να βουτάνε στο απέραντο λευκό και να αναδύονται πάλι προς τα έξω. Ζαλίστηκα γύρω από την κόρη του. Οι βλεφαρίδες πάνω και κάτω, ήταν στημένες στη σειρά, σαν ιδρωμένα κλωνάρια φυτρωμένα σε καμπύλη γη. Δυο μακριά, σκούρα φρύδια έριχναν το σκοτάδι, σαν νυχτερίδες με απλωμένα φτερά και δυο ημικύκλια από την κάτω πλευρά έρχονταν σε έντεχνη αντίθεση με τις λίμνες του. Μέσα στην άσπρη λίμνη, υπήρχε μια μαύρη κουκίδα τεράστια. Δύο. Μάτια που κατέληγαν προς μια βαριά συνοφρύωση. Η ενέργειά του κατευθυνόταν προς εμένα. Στο πρόσωπό του βρίσκονταν κτισμένες όλες οι γραμμές του κόσμου και τον έκαναν να μοιάζει με ξένο. Ήταν ξένος για μένα. Στα μάτια όλων ήταν ένας ακόμη άνθρωπος.

Γύρω μας το απέραντο γαλάζιο. Πάνω στον ουρανό και στα πόδια μας ήταν θάλασσα. Το ένα του χέρι χαλάρωσε. Άφησε τον κόκορα να πέσει μέσα στο νερό. Αυτός στην αρχή αντιστάθηκε. Δεν έλαβε υπόψη του την έκτακτη αλλαγή των συνθηκών. Ωστόσο, στη συνέχεια, τα φτερωτά μπούτια του ζουλήχτηκαν στο ύδωρ με βαθειά συνέπεια και άρχισε να κελαηδάει. Η φωνή του έγδερνε μία άσφαλτο. Το κορμί του πήγαινε πίσω-μπρος καθώς προσπαθούσε, ματαίως, να επιπλεύσει. Το πουλί κολύμπησε μακριά μας. Νιώσαμε την πηγή της ελευθερίας του να μας ξεδιψάει και γαληνέψαμε για κάμποσο. Το λυπηθήκαμε. Είχε τέσσερα πόδια και τρία κεφάλια. Σφίξαμε τα χέρια μας. Οι παλάμες μας ήταν σαν χαράδρες που ενώνονται και ριζώνουν η μια μέσα στην άλλη. Σαν χημεία. Στο αγύμναστο μάτι, μοιάζουν αχώριστες. Κατακρεουργημένοι από την πλεύση μας σε μια αλλόκοτη διάσταση καταβύθισης. Οι δυο βολβοί μας ήταν οι πόρτες μέσα από τις οποίες είχαμε προσεκτικά διαβεί. Νιώθαμε το περπάτημα πάνω στις φλέβες μας και μας καταλάμβανε ο πόθος. Τα πέλματά μας έγιναν κόκκινα. Τα πόδια μας υγρά. Κάτω υπήρχε αίμα. Προσπαθήσαμε να κρατήσουμε τις ανάσες μας για λίγο. Έστεκαν έκθαμβες μπροστά σε αυτό που γινόταν. Τεταμένος ηλεκτρισμός παλλόταν στον αέρα και ρουφούσε εκστασιασμένος το οξυγόνο από τα κορμιά μας. Νιώθαμε σαν υγράγγελοι ενός αυτοκαταστροφικού πάθους.

Μπορούσαμε να χαθούμε για πάντα ο ένας στα μάτια του άλλου. Το πάντα είναι ένα απροσδιόριστο χρονικό διάστημα. Σε μεθά και σε παρασέρνει τόσο επικίνδυνα. Κρύβεται χωμένο ακόμη και σε ένα απειροελάχιστο κομμάτι του δευτερολέπτου. Μπορούσαμε ελεύθερα να μείνουμε εκεί, για να χωνέψουμε τα γιασεμιά. Ακόμα και να μη μάθουμε ποτέ ποιοι είμαστε και από πού ερχόμαστε και πάλι να είμαστε ήσυχοι. Αυτά που θέλαμε πιο πριν, αυτό που ψάχναμε δεν είμαστε εκεί. Δεν είχαμε συνέπεια, ούτε βεβαιότητα. Αλλά ακριβώς αυτή η έλλειψη περιθωρίων ήταν το εκκρεμές που παλλόταν. Η απουσία αιτιότητας μας έκανε να παραληρούμε. Βαδίζαμε σταθερά προς μια σπηλιά. Μέσα η σπηλιά είχε πολλά ρολόγια. από τους δυο μας, επί της μόνης ουσίας. Ήμασταν σε δυο παιδιά που γεννιούνται μόνα τους σε μια νέα γη και μαθαίνουν περπατώντας γεωγραφία. Και ήταν ό,τι πιο αδόκιμο. Το σύμπαν μας γεννούσε σύμπαντα και αυτό με τη σειρά του έτικτε άλλο. Δεν υπήρχε κάτι να σταματήσει την διχοτομική αναπαραγωγή του σύμπαντος μας. Αιωρηθήκαμε εκεί πέρα. Προσπαθήσαμε να περιορίσουμε τη ζέστη, για να μην βράσει το νερό του ωκεανού, πάνω στον οποίο περιπλανιόμασταν. Μα το μόνο που κάναμε είναι να την πολλαπλασιάζουμε και να γεννάμε ήλιους ολοστρόγγυλους και πύρινους, απίστευτα εκτυφλωτικούς. Ήμασταν λίγοι για να χωρέσουμε στο πολύ που φτιάχναμε.
Δεν γίναμε κάτι άλλο από αυτό που ήμασταν κι αυτό μας ένωνε. Σαν να είχαμε γύρω μας μια διάφανη κολλητική ταινία που έσφιγγε τα μέλη μας. Μας έκανε να παλλόμαστε. Τα νευρικά μας συστήματα ενώθηκαν. Μετεωριζόμασταν σαν ένα κι όχι δυο. Τόσο απλό. Όχι δυο. Ένα. Σαν να ήμασταν μικρόβια μέσα στο ίδιο πλάσμα. Η σύνδεσή μας ήταν κάτι δυσπρόσιτο για τους άλλους.

Το τρίξιμο μιας πόρτας που άνοιγε, μιας άλλης που έκλεινε. Ήχος κελαρύσματος κι έπειτα ένας άλλος, που έμοιαζε περισσότερο με βιαστικό καταρράχτη. Η βρύση τρέχει. Βήματα ακούστηκαν στο διάδρομο, πάνω στα πλακάκια που νομίζαμε ότι είχαν φτιαχτεί μονάχα για εμάς. Ένας χτύπος πάνω στην πόρτα και ο κόκορας πνιγμένος και κρεμασμένος από τη λεκάνη να στάζει νερά. Το στρίγκλισμα της πλαστικής σακούλας καθώς την πάτησε με τα παπούτσια του. Ή εγώ με τα δικά μου, αλλά δεν με θυμάμαι να κινούμαι. Η στιγμή μηδενίστηκε. Δεν είπε τίποτα το χέρι που χτύπησε την πόρτα. Οι καρδιές έλιωσαν και τα μαύρα πλακάκια άρχισαν να κλαίνε νερά. Βγήκαμε από την τουαλέτα.

Περάσαμε από τις πυκνές συστάδες κόσμου που κατέκλυζε το μπαρ και την πίστα του κλαμπ και κάπου στα μισά τον έχασα. Ο πετεινός ακουγόταν, κάπου πίσω από τους ηλεκτρονικούς ήχους που θέρμαιναν παράφορα τα τύμπανά μου. Τα βήματά μου με περπάτησαν προς τα έξω.

Μόλις με χτύπησε ο αέρας, ένιωσα να συνέρχομαι. Βγήκα βίαια από τις σκέψεις μου. Άρχισα να λογικεύομαι. Να επιστρέφω. Μουρμούρισα πέντε έξι πράγματα. Ομπρέλα, οδοντόβουρτσα, οπάλιο, Ορφέας, οπωρολαχανικά. Όλα άρχιζαν από το φαντεζί και τραβηγμένο όμικρον. Τα επαναλάμβανα σταδιακά και με μελωδία. Συνερχόμουν. Τα χέρια μου κινήθηκαν πάνω στη μέση μου και μου κατέβασαν το παντελόνι και μετά το εσώρουχο. Όταν οι γλουτοί μου γυμνώθηκαν, κάθισαν σε ένα πέτρινο σκαλάκι και ένιωσα ένα γλυκό πάγωμα. Έσκυψα. Κατούρησα λίγο. Αυτό ήταν! Σκέφτηκα. Και μετά από λίγο, ξημέρωσε και είδα τον πετεινό να περπατάει ορθός. Ήταν ζωντανός. Στητός κι ακλόνητος, λίγο πιο πέρα.

*Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.
http://frear.gr/?p=13886

Leave a comment