ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Ανέκφραστος κι ανέλπιδος
ο νέος ένοικπς της οδού Μανδροκλέους.
***
ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ
Ι
Σαν την τεμπέλικη σαύρα
σέρνεται μέσα μου
αυτό το συναίσθημα
που χρόνια προσπαθώ
να ονομάσω.
Άλλοτε κρύβεται καλά
-το ψάχνω και δεν το βρίσκω-
κι άλλοτε με κοιτάζει με θράσος
στα μάτια
μέσ’ απ΄τα μάτια μου.
Κι όλο σέρνεται
-δίχως όνομα-
στην ταραγμένη ψυχή.
Κι όλο
σέρνομαι
ΙΙ
Δεν αποδείχθηκες τίποτ’ άλλο
παρά μια χαμένη υπόθεση.
Παράλυτος από τις διαψεύσεις
κι άνεργος στον έρωτα καιρό
σφίγγεις τα όνειρα με το ζωνάρι.
Μια χαμένη υπόθεση κι εσύ.
Δεν είσαι μόνος.
ΙΙΙ
Την ώρα που χαράζει
κι αφού ξεμπέρδεψε
με τα φαντάσματα της νύχτας,
ακούει Σοπέν-
παίρνει βαθιές ανάσες
για τα τέρατα της μέρας.
IV
Κάθε πρωί ξυπνά,
ξυρίζει προσδοκίες,
φορά το προσωπείο που τον φωτίζει
και μάρτυρας υπερασπίσεως
εξαγοράζεται
της μίζερης ζωής των πελατών του.
V
Φωνάζει κι η φωνή του
ανεπίδοτη επιστρέφει.
Δεν γεννιέται καν ηχώ
στα πέτρινά του χρόνια.
VI
Ξύπνησα
κι αντίκρισα τόσο φως
που παραλίγο
ν’ αναγεννηθώ.
Μόνο εμπόδιο
η έρημη ψυχή μου-
μες στα χαλάσματα
επίμονα έψαχνε
μια δόση
για να δροσιστεί
μα
οι φίλοι πιο λίγοι
κι ο έρωτας
VII
Πνίγεις
τη μοναξιά
σε πολυκαταστήματα
σε βιβλιοπωλεία.
Σε πολιτείες
άδενδρες
κυκλοφορείς
υλοτομημένος.
Τα χέρια
διαρκώς
στις τσέπες.
VIII
Καθόταν στο κρεβάτι
από εφιάλτη μόλις
έχοντας ξυπνήσει.
είδε, λέει, τη μάνα του να γέρνει
σε μπαστούνι πι και να τη σέρνουν
και να της λείπει το μισό ποδάρι.
έτρεμε στη σκέψη
πως θα μπορούσε να’ βγει αληθινό
πως τα γεράματά τους είναι ήδη στο κατώφλι.
IX
Δεν ξέρει πια πού ν’ αποθέσει
αυτό το βάρος που τον κατατρώει χρόνια.
Σαν τον εθισμένο χαρτοπαίκτη,
που τη μια στιγμή βουλιάζει στη ρουλέτα
και την άλλη ορθώνεται για λίγο,
χάνει πολλά
κερδίζει τίποτα.
Ένα τίποτα όλη του η ζωή.
X
Κουφάρι
σαπισμένου πλοίου η ύπαρξή του
στ’ ανοιχτά μιας ρημαγμένης παραλίας.
Αλισάχνη και σκουριά
νύχτα μέρα διαβρώνουν το σκαρί του.
Στα ρέλια του καμιά φορά
πουλιά της θάλασσας λουφάζουν.
***
ARS POETICA
Ξεσκίζει τις σάρκες του είναι του
και φτερουγιζει ένα τόσο δα ποίημα.
***
ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΠΑΡΑΛΗΡΗΜΑ
Στη φυλακή του εγκεφάλου μου γεννήθηκα
και κάθε νύχτα οι θύμησες με μαστιγώνουν.
Γνόφος μέσα μου και γύρω μου.
Σε τι βοηθάει η ποίηση;
Κανείς δεν γνωρίζει.
Μια γυναίκα κάποτε σ’ αγάπησε
κι όμως την ξεχνάς.
Ταλαντεύεσαι ανάμεσα
στον κόσμο που σε τάξανε
και στον άλλον που ονειρεύεσαι
στο αδειανό σου κρεβάτι.
Η ασθένεια σ΄ εξάντλησε
των αναμνήσεων.
Σκέψεις γεμίζουν το σταχτοδοχείο
και δεν ξέρεις πού να το αδειάσεις.
Στόχους κι όνειρα κυνηγώντας
κατέληξες σ’ αυτό το τεράστιο σπίτι-
σε τρομάζει με την κενότητά του.
Τα παντζούρια σου κλείνουν το φως.
Στης τηλεόρασης και του ίντερνετ
τη βάναυση πανάκεια εγκλωβίζεσαι.
Η άλλη ζωή σε προσμένει
σε σημεία συνάντησης και στέκια.
Η ψυχή σου οικτίρει τον τάφο της
που φθείρεται με τα χρόνια.
Στο παρόν παραληρείς
και στο μέλλον τρελαίνεσαι.
Πόσο ν’ αντέξει κανείς
σ’ έναν κόσμο που δεν μπορεί ν’ ανασάνει;
Στη φυλακή του εγκεφάλου μου γεννήθηκα
κι ασφυκτιώ.
***
ΚΥΝΗΓΩΝΤΑΣ ΤΟ ΑΠΙΑΣΤΟ
Σκοτεινιάζει πια νωρίς,
η θάλασσα μια ανάμνηση,
τα μάτια γύρω μου κλειστά.
Ένα ακυρωμένο ραντεβού,
το κινητό έχει μέρες να χτυπήσει,
σαββατοκύριακο παρέα με τη βροχή.
Κάθε νύχτα που περνά
χειροτερεύουν τα πράγματα.
όλο και δυσκολεύουν
όλο και σκληραίνουν.
Το μυαλό μου
γίνεται η γκιλοτίνα μου.
***
Είναι πολλοί που ψάχνουνε τις νύχτες
τον απόκρυφο εαυτό τους
να ικανοποιήσουν.
Κι ύστερα το πρωί με το κοστούμι
κυκλοφορούν και τη γραβάτα
αψεγάδιαστοι σε όλα.
Όμως,
λεπτό
δεν παύει
το αίμα
να ζητά
να σμίξει μ’ άλλο αίμα.
***
-Πώς βάρυνε έτσι ο καιρός;
– Κι η ψυχή μας άλλο τόσο;
***
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Πάλι
πρέπει να:
-να μηδενίσω το κοντέρ
– να τρέξω τον χρόνο απ’ την αρχή
-……………………………………………
-ν’ αναποδογυρίσουμε την αρχαία κλεψύδρα.
*Η συλλογή “Ψυχολογία” του Στέργιου Τσακίρη τυπώθηκε τον Μάρτιο του 2015 και κυκλοφόρησε ως ένθετο στο τεύχος 35 του περιοδικού ‘Ένεκεν” από τη Θεσσαλονίκη, με εξώφυλλο και ζωγραφικά σχέδια Βίλλης Γουσίου και επιμέλεια Κώστα Δρουγαλά.
