Όργωσες με την οργή σου τα χωράφια,
το δεξιά και άνω τεταρτημόριο ενός πεπαλαιωμένου ονείρου,
το χώρο πίσω απ’ την κουρτίνα
και πέρα απ’ το διάζωμα.
Σ’ το εξομολογήθηκε ένα βράδυ μια στρατιά περίεργων
στρατοκόπων,
πως πίσω απ’ την κουρτίνα,
πέρα απ’ το διάζωμα
στο δεξιά και άνω τεταρτημόριο
υπάρχει τρόπος όλα να ξεχαστούν.
Ανάμεσα στο λυκαυγές και στο λυκόφως.
Το τοπίο είναι ξερό.
Είναι ένα ξερό καύκαλο.
Όλοι εμείς που έχουμε συσσωματωθεί,
τη μέρα αιμοδότες, τη νύχτα αμμολήπτες.
Ο παραλήπτης είναι βουβός κι αμέτοχος,
δεν ακούει τίποτα,
τ’ αυτιά του καταστράφηκαν
από τα decibel των διθυράμβων.
Το τοπίο όταν κλείνουμε τα μάτια
κινείται προς το μέρος μας,
όταν τ’ ανοίγουμε δεν είναι πια εκεί.
Τη μέρα ευεργέτες, τη νύχτα κλέφτες.
Το τοπίο χάθηκε,
υπάρχει μόνο κάτι απ’ την παλιά του όψη στα όνειρα
του καθενός.
Στο δεξιά και κάτω τετερτημόριο νάρκωση επισκληρίδια.
Οι μεταμορφώσεις του τοπίου
το έκαναν ν’ αποκτήσει κέλυφος και να κρυφτεί.
Υπάρχει μέσα στο τοπίο ένα μυστικό πέρασμα,
όπου εικόνες συνωστίζονται περίεργα,
ποδοπατιούνται γύρω απ’ τις εξόδους κινδύνου
ή τις περίεργες και ακατάληπτες διαδικασίες
ενός ακαμάτικου μυαλού.
Είναι όλα καλά κρυμμένα σ’ αυτό το τοπίο.
Πολύτιμα ορυκτά ασφυκτιούν
στις μόνιμα κλειστές μασχάλες του.
*Από τη συλλογή “Η άστεγη μέρα”, εκδόσεις “Μελάνι”, 2014
