Όταν βρίσκονται τόσες λέξεις μέσα σου
Τότες η γύμνια σου είναι δεδομένη
η γύμνια τού για γνωρίσεις τον άνθρωπο
μέσα από το καημό και την λαχτάρα για την αφομοίωση
μέσα από
την απόσταση και τη συγκατοίκηση
μέσα από το χάος της ζωής
μέσα από όλα όσα
μιλούν οι τόσες λέξεις μέσα σου
είσαι όπως
και τα διάφορα γυμνά από ανιδιοτελή τροπάρια σε κάθε ναό του νου
σαν τα σαλιγκάρια που αφαιρούν το φορτίο που κρύβονται
γίνεσαι σαν βράχος που βλασταίνει
ενώ γεμίζει θαλάσσιο νερό
που πίνουν τα σπλάχνα του
είναι σαν να γίνεσαι ο άνθρωπος για τον άνθρωπο
οι πολλές οι λέξεις σου!
Και…
Le toit est resté le même
ca fait vingt ans et quelques centaines de remords
je suis ici
contre la nuit
contre l’ espoir, bien dressée de ma patience et puis
paroles nues, denouées sont mes mots
***
Ερωμένη, μερωμένη
Από πειθαρχημένη νοσταλγία
βλέπω πως σήμερα θέλω να βγω
να παίξω με το νου
…τραβούσε το παιχνίδι
να δω τον άνθρωπο
να χαιρετίσω βουβά
το καλημέρα
τα περιστέρια περιμένουν να φύγουν
την ώρα που τα βήματα φέρνουν την ώριμη ευτυχία
μέρωσα σαν βρήκα πως η Νορμανδία έχει μια σχέση
στενή στο όνομα που φέρω
μια μέρα ταξίδεψα βρήκα στο Μπουαρομπέρ*
ένα παπούτσι του προπάππου μου εκεί
το άλλο στους Σόλους βρήκα
τα δυο σημεία ερωτεύτηκαν την καρδιά
κι εγώ το χώρο και τη
σύμπτωση
της δύναμης να είσαι διγενής
όταν αλλού φυτρώνει
δέντρο που σκεπάζει
*Boisrobert, Normandy
***
Belga (Berega)
Το πακέτο είχε είκοσι σιγαρέτα
με μια ξανθιά με καπέλο στο κάλυμμα
κοκκινοκίτρινο περιεχόμενο, με καφετιά γέμιση, ο καπνός ξανθός
δεν τον αγόραζαν πολλοί
όσο για μιαν πουφφαρίαν, όπως έλεγε η γιαγιά μου
τον τσιάρον… τσαι δώσ’ του στον αέραν τα ριάλια σας, έλεγε…
έρχονταν με κανένα βελγικό τότε φράγκο, γι ́ αυτούς μια περιουσία ήταν
σχεδόν γυμνοί από το δάσος
την έλεγαν Μπερεγκά τη μάρκα…κι ήταν μια Βελγίδα στο πακέτο…
λίγο πιο ελαφριά από το Ναρουμπέ, όπως το λέγαν οι αυτόχθονες το
βαρύ τσιγάρο Albert και πιο ελαφριά και το Νέ Μιλιτέρε, το Militaire
σπανίως ολόκληρο το πακέτο το κοίταζαν, ήτανε λίγα τα νέ-φαράγκα
τους…τα μάτια. τα χέρια. η ανάγκη…έβλεπαν μόνο ένα
ένα, μόνο να πιουν ένα σιγαρέτο Μπερεγκά!
κάναν μια κίνηση με το χέρι
σε ρολό στο στόμα, και τ’ άλλο χέρι κάτω, σε δίπατο ρολό
ρουφούσαν εικονικά από το ανώγι χέρι τους φου-ου-ου-ου
ακουγόταν παράξενα ο ήχος, και τα μάγουλα μπαίναν στο στόμα
πολλές φορές η μητέρα μου το άνοιγε, βιαστικά, κι η ξανθιά η Μπερεγκά
με κομμένα χείλη, μάτια ανύπαρκτα, σε κομφετί, κι εκείνοι τότε κάναν
ίιί, ίιί…κουνούσαν το κεφάλι για ένα όχι, ίιί, σαν να ‘λεγαν μην ξεσχίσεις
το όνειρο λευκή, madamou,
ζητούσαν λίγα, ένα-δυο να μοιραστούν
σε κομμάτια ρακένδυτο όνειρο, και τραβούσαν τώρα πραγματικά, μετά
από την παράσταση του χεριού, μέσα από ένα καλαμένιο ‘roso’, το
ναργιλέ
από καλάμι της ζούγκλας, το σιγαρέτο το ευρωπαϊκό, κομμένο κομφετί…
πού είσαι άγνωστη στην έξη του στα έξη σου;
μα για τους άλλους ήταν όνειρο της μέρας, το είδα στα μάτια,
στα χέρια, στο ρούφηγμα, και γνώριζα πως θα το έδινα κάποτε δωρεάν,
κι έκρινα πως δεν έφτανε το ύψος μου στον πάγκο του μαγαζιού, κρυφά
να το δώσω σε όσους το θέλαν, πως όταν θα έφτανα ν’ αγγίξω τα πακέτα
θα έδινα όλα τα Μπερεγκά του κόσμου σε μορφή ονείρου, κι όχι
καπνού. Ποτέ καπνού!
*”Belga Cigarettes” poster by Sterne Stevens (1930)
**Από την ενότητα “Εξ αγνώστου γυναικός” που περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Μουσώνες”, Aphrodite Editions, Melbourne 2016.
