ΝΥΧΤΕΣ ΙΟΥΛΙΟΥ
Φώναζα όλη τη νύχτα
Κανείς δεν απαντούσε
Ελλειπτικά φεγγάρια
Συναντούσα μπροστά μου
Ακέφαλα αγάλματα
Έστηναν συνωμοσίες.
Έπαιρνα τους δρόμους
Κοιτώντας τον ουρανό
Σκοτεινά αστέρια
Έσταζαν οινόπνευμα
Αδέσποτοι σκύλοι
Μεταμορφωμένοι άγγελοι.
Μιλούσα με τη σιωπή
Χωρίς διερμηνέα
Σπασμένα φωνήεντα
Γέμιζε το στόμα
Ετεροθαλείς λέξεις
Ζητούσαν συντροφιά.
Περνούσα από πλατείες
Οι περισσότερες άδειες
Αφημένες μπίρες
Πάνω στα παγκάκια
Αγοραίοι έρωτες
Μέσα σε περιπολικά.
Εδώ και καιρό
Ζω στη μοναξιά
Ενός αθέατου Ιουλίου.
***
ΤΑ ΜΑΝΙΤΑΡΙΑ
Καθώς περνούσα στην άλλη ζωή
Κάτι αστροναύτες συνάντησα μπροστά μου
«Για πού το έβαλες;» μου είπαν
«Πήγα να μαζέψω μανιτάρια κι έχασα το δρόμο».
Εκείνοι χαρούμενοι μου έδειξαν μια πόρτα
Και μου έδωσαν ένα σκουριασμένο κλειδί.
Απορημένος άρχισα να πέφτω σε μια έρημο
Δεν είχα νερό μαζί μου, ούτε μνήμη
Η πτώση μου άνοιξε έναν τεράστιο κρατήρα
Εκεί μέσα διανυκτέρευσα
Ώσπου το άλλο πρωί με εντόπισε ένα χελιδόνι
«Πάρε τα φτερά μου να μάθεις να πετάς
Κι αν κάποτε νοσταλγήσεις τη γη, μου τα επιστρέφεις».
Τότε άκουσα τη φωνή της μητέρας μου
Να αμφισβητεί το θάνατό μου
Να μου στρώνει το κρεβάτι του γάμου
Και να ψιθυρίζει κάτι παλιά σέρβικα τραγούδια.
Μετά άρχισε να βρέχει, να βρέχει πολύ
Αστραπές χρωμάτιζαν τα σύννεφα
Μια νεαρή κοπέλα μου πρόσφερε την ομπρέλα της
«Έλα, πάμε να φύγουμε από δω
Δε βλέπεις ότι τα μανιτάρια είναι δηλητηριώδη;»
*Από τη συλλογή “Εκτός εαυτού”, εκδόσεις Στοχαστής, 2015-2016.
