
Η ΑΡΡΩΣΤΙΑ
Το πλοίο είναι γεμάτο μετανάστες.
Φορούν τραγιάσκες και κοστούμια
που γυαλίζουν στους αγκώνες,
κοιτάζουν μία προκυμαία από σκόνη
και λευκά μαντήλια που ζωγραφίζουν το κενό.
Σε μιαν εξέδρα ένας βιολιστής
παίζει κόκκινο βιολί,
φορώ ένα μαύρο φουστάνι και δεν έχω μαλλιά,
κλαις και δεν ξέρω πώς να σ’ αγκαλιάσω,
σαν να διασχίζουμε τον χρόνο
σε έρημα πλοία φαντάσματα
που προσκρούουν συνέχεια σε παγόβουνα
μόνο και μόνο για να,
για να μην,
επειδή δεν γίνεται χωρίς
αλλά ούτε και με,
κι ο βιολιστής παίζει παράφορα βιολί
κι ενώ όλοι αρχίζουν να χορεύουν
μου κλείνει μυστικά το μάτι
ενώ πίσω στην πόλη,
τα ποντίκια μεταδίδουν την πανούκλα
που χωρίς να ξέρουμε
όλοι μας κουβαλάμε
μες στο πλοίο.
THE PLAGUE
Ship full of immigrants,
flat caps and suits with
shining elbows, they stare at the quay
white handkerchiefs paint the void
on the platform a violinist plays
his…
View original post 87 more words