Γιώργος Μπλάνας, Στασιωτικό ενενηκοστό τρίτο

jahresthema-jugend-2010-04-22-1-0732

Ύστερα κάθισε εκεί πάνω σκοτεινά
κι είδε έργα του και σκέφτηκε: «καλά
όλα αυτά, όμως τι νόημα έχουν;» Συγκεκριμένα,
σκέφτηκε: «Was ist das Sein?»
Και είδε εκείνη την πήλινη αποτυχία του να ψάχνει
κάτι ανάμεσα στα δέντρα και να σκάβει
με νύχια και με δόντια
τις ρίζες των δέντρων.
«Τι ψάχνεις;»
του είπε. «Ονόμασε αμέσως
αυτό που ψάχνεις».
«Πεινώ, διψώ!»
δεν ήξερε να πει το πλάσμα: ώμωξε.
Καὶ ἐπέβαλεν ἔκστασιν ἐπ᾿ αὐτόν,
καὶ ὕπνωσε· καὶ ἔλαβε τὴν οἰμωγὴν
αὐτοῦ καὶ ἀνεπλήρωσε ὄνομα ἀντ᾿ αὐτῆς
καὶ ᾠκοδόμησεν τὴν οἰμωγήν,
ἣν ἔλαβεν ἀπὸ αὐτοῦ, εἰς ἄνθρωπον.
Καὶ ἤγαγεν αὐτὸν πρὸς αὐτὸν
καὶ εἶπεν αὐτῷ· τοῦτος νῦν
ὄνομα ἐκ τῆς οἰμωγῆς σου.
Εννέα
χρόνια μετά το συμβάν [1107]
κάποιος παπάς Radulfus Cadomensis
έγραψε με φρίκη [όμως
έγραψε!] πως αυτοί,
οι πολιορκητές,
έβρασαν τα παιδιά των κατοίκων
σε μεγάλα τσουκάλια και τα έφαγαν
πριν της ώρας τους. Συγκεκριμένα,
έγραψε: «Kapitel Zwanzigste:
UNTERNEHMEN KALAVRYTA…»
……………………………………………………………….
……………………………………………………………….

«Σήκω απ’ τα χιόνια σου», είπε η νύχτα
στη γη, «κι έλα να δεις
κωμωδία, με τ’ όνομα: παρθένα
να κρατά στην αγκαλιά
παιδί τον προαιώνων
κι ένας νάνος με λευκό
κουστούμι να ζητάει από το βρέφος
να σώσει την ψυχή του
υπογράφοντας το πλέον
ευνοϊκό συμβόλαιο
κινητής τηλεφωνίας!»

Leave a comment