Μίλτος Σαχτούρης, Πέντε ποιήματα

hqdefault-1

Το μαρτύριο

Μοσχοβολούσε το φεγγάρι
σκύλοι μ’ άσπρα λουλούδια στο κεφάλι
περνούσανε στο δρόμο εκστατικοί
κι ο δρόμος κάτω έφεγγε από κρύσταλλο
και μέσα φαίνονταν
τα σφυριά και τα μαχαίρια
Μέσα στα χέρια μου έσπασα το κρύσταλλο
Και τότε είδα το κόκκινο το σύννεφο
να μεγαλώνει ν’ ανάβει την καρδιά μου
και τ’ άλλο το γκρίζο σαν καπνός
ν’ αδειάζει από μέσα μου να φεύγει

Το αεροπλάνο

Δεν αγαπώ το αεροπλάνο
πάντα θά ‘χουμε ανάγκη από ουρανό
η ωραία γυναίκα αγαπάει την πίσσα
πάντα θά ‘χουμε ανάγκη από ουρανό
Η γυναίκα στάθηκε στη Μεγάλη Πόρτα
πάντα θά ‘χουμε ανάγκη από ουρανό
το παιδί απ’ το Στενό Παράθυρο βγήκε
κι έμεινε μετέωρο στο Κενό
Τέλειωσε τέλειωσε το εκτόπλασμά μου
πάντα θά ‘χουμε ανάγκη από ουρανό
δε θα σας ταράζω πια με τα όνειρά μου
πάντα θά ‘χουμε ανάγκη από ουρανό
Ούτε όμως θα με ξεσκίζετε με τα σύρματά σας
πάντα θά ‘χουμε ανάγκη από ουρανό
δεν αγαπώ το αεροπλάνο
πάντα θά ‘χουμε ανάγκη από ουρανό

Συμπέρασμα

Η γάτα ήρθε σα φωνή από έναν ορίζοντα φοβισμένο
έβρεχε και πρησμένα όνειρα βογγούσαν οληνύχτα
το πρωί ο άνθρωπος πλύθηκε και ξυρίστηκε
όπως πάντα
και γύρω του χτυπούσαν τα σφυριά όπως πάντα
στο δρόμο καθώς έβγαινε απάντησε μιαν αγία
ντυμένη στα βυσσινιά
είχε πεθάνει πάνω στον τροχό πριν από
εκατοντάδες χρόνια
ο γαλατάς τον είδε και τον χαιρέτησε
έπειτα τον χαιρέτησε ο ταχυδρόμος
κι ύστερα τί ν’ απόγινε αυτός ο άνθρωπος
τα ρούχα του κυκλοφόρησαν σ’ εφημερίδες
το ένα του μάτι το κρατούσε κι έπαιζε
ένα μικρό κορίτσι
μαύρα αυτοκίνητα μεταφέραν τα κομμένα
μέλη του
και η καρδιά του αερόστατο γελούσε στο κενό

*Από τη συλλογή “Ο Περίπατος”.

Τοπίο

Ένα κορίτσι πνίγεται μέσα στο μαύρο
εγώ ανεβαίνω σ’ έναν άσπρο ουρανό
Μέσα στον έρημο χιονιά
ένας παπάς κατάμαυρος μέσα στην παγωνιά
λίγα μαύρα πουλιά σ’ ένα κλαδί
κι ένα μόνο λουλούδι
και μιά φωνή:
Εγώ ανεβαίνω σ’ έναν άσπρο ουρανό
μέσα στο μαύρο πνίγεται ένα κορίτσι

Το πρωί και το βράδυ

Το πρωί
βλέπεις το θάνατο
να κοιτάζει απ’ το παράθυρο
τον κήπο
το σκληρό πουλί
και την ήσυχη γάτα
πάνω στο κλαδί
έξω στο δρόμο
περνάει
τ’ αυτοκίνητο-φάντασμα
ο υποθετικός σωφέρ
ο άνθρωπος με τη σκούπα
τα χρυσά δόντια
γελάει
και το βράδυ
στον κινηματογράφο
βλέπεις
ό,τι δεν είδες το πρωί
το χαρούμενο κηπουρό
το αληθινό αυτοκίνητο
τα φιλιά με το αληθινό ζευγάρι
ότι δεν αγαπάει το θάνατο
ο κινηματογράφος

*Από τη συλλογή “Τα Στίγματα”.

Leave a comment