Αντώνης Αντωνάκος, Από τα “Γλυκόλογα για μολότοφ”

kolaz-redlineagrinio-erotologa-me-molotof

ΑΝΙΚΑΤΕ ΜΑΧΑΝ

ανίκατε μάχαν ο έρως

κι ας κατουράνε μπύρα οι χωροφύλακες

ας ξεψειρίζουν αρκούδες οι φονιάδες

εδώ βουίζουν περίστροφα

εδώ αρραβωνιάζεται ο θάνατος

την αναμμένη δάδα

εδώ ο έρωτας δηλητήριο και γιατρικό

ΚΑΘΩΣ ΒΑΡΑΕΙ Ο ΗΛΙΟΣ ΤΟ ΤΑΜΠΟΥΡΛΟ ΤΟΥ

καθώς βαράει ο ήλιος το ταμπούρλο του

κι έρχεται στα ρουθούνια μου

μια μυρουδιά από τσιγαρισμένο λίπος

και περπατώ δίπλα σε γυναίκες τρυφερές κι απελπισμένες

που κανείς δεν τις αγκάλιασε βαθιά μέσα στη νύχτα

που κανείς δε φίλησε το κόκκινο κογχύλι τους

τ’ αστραφτερό τους δέρμα

και περπατώ σα ματιασμένος σκύλος στα χαλάσματα

πάνω στο άστρο που γυρνά σαν το φτερό του παγωνιού

και περπατώ αιώνες τώρα με τα διαβολικά μου φρύδια

με το αγγελικό μου πρόσωπο με τις δαγκάνες μου

με την τραγιάσκα μου και με τ’ αστροπελέκι μου

άθεος και τρομοκράτης με τη μυρουδιά της πέστροφας

με το χνώτο του πιθήκου και τη ζέστα των κανονιών

που φυτεύουν οβίδες μέσα στα όνειρα των πεινασμένων

που φυτεύουν τριαντάφυλλα στις κωλοτρυπίδες των ιερωμένων

που φυτεύουν σπόρους από κάρβουνο στον παγωμένο αέρα

κι όλοι οι σπασμένοι καθρέφτες σαλεύουν

μέσα στο γέλιο του σκοτωμένου

και περπατώ με την παιδική καρδιά του δολοφόνου

και χαϊδεύω με τα ματωμένα χέρια μου την πληγή

χαϊδεύω το πρωινό που έρχεται

απ’ τις χώρες του κάτω κόσμου

ΤΙ ΟΜΟΡΦΗ ΜΕΡΑ!

Τι όμορφη μέρα! τι ζεστό πρωινό

σαν τα στήθη μιας κοκκινομάλλας νοσοκόμας

με το σπαρταριστό κορμί κρυμμένο

με το άσπρο φλούδι του λουλουδιού

με το σημάδι στο λαιμό

με τις δαγκωματιές

με τις παλίρροιες στα μακριά μαλλιά

και τα ρέματα που τραβιούνται στη θάλασσα

Τι όμορφη μέρα! τι ζεστό πρωινό

σαν ταύρος που αντάμωσε με τις μέλλουσες γενιές

σα θεός που έγινε γάιδαρος για να τον καβαλήσουνε

τα καυλωμένα χωριατόπαιδα

σαν κρασί χυμένο σε στιφάδο με τη διαβολικιά

θεσπέσια γεύση

σα γυναίκα όμορφη χοντρή που ρίχνει τη σκιά της

που ρίχνει τουφεκιά

που κατουράει σα γάτα τις πέτρες του Σεφέρη

που γουργουρίζει ευτυχισμένη

όταν τη χορταίνει πούτσο ο εραστής της

που γουργουρίζει ευτυχισμένη

όταν καταπίνει του αγαπημένου της το σπέρμα

Τι όμορφη μέρα! τι ζεστό πρωινό

σα διάβολος ζουλάπι που τρυπώνει στα μυαλά

ζουλάπι που χιμά μέσα στο ανθρώπινο κοπάδι

με το αστρικό του γέλιο
με την κραυγή από αιωνιότητα

Τι όμορφη μέρα σα γουρούνα

που ξεγεννά στριγκλίζοντας το μέλλον

που ξεγεννά τα νέα σφαχτά μέσα στο αίμα.

Ο ΗΛΙΟΣ ΠΟΥ ΑΓΑΠΩ

εγώ που ξέρω πως μοσχοβολά η επανάσταση

μέσ’ τα ρουθούνια των μοσχαριών

σας λέω πως ο ήλιος των συντρόφων μου

είναι ο ήλιος που αγαπώ.

ΟΙ ΤΡΕΛΟΙ ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΑΝΑΓΚΗ ΤΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ

οι τρελοί δεν έχουν ανάγκη τα παραμύθια
οι γλώσσες τους τσακίζουν σαν τσεκούρια

με τα δόντια τους ροκανάνε τη μέρα σα μαμούθ

παίζουν κρυφτό

παίζουν κουτσό

παίζουνε το φονιά

παίζουνε με τον ήλιο

και κατουράν τους τάφους των ηρώων

κι ανθίζουνε ξυπόλητοι κρύβοντας μεσ’ τις λέξεις τους

τα χνώτα του θεού

κι είναι μέσα στον κόσμο η απουσία του κόσμου

κι είναι η μύξα στο μανίκι της θρησκείας

δε λέν αντίο ποτέ γιατί ποτέ δε φεύγουνε

είναι διαβόλοι που φυτεύουν άγριους σπόρους

είναι το πυρωμένο μάτι της κουζίνας που ξεχάστηκε

το σαλεμένο μάτι του θεού που είναι ένας τράγος καυλωμένος

χωρίς ελπίδες

χιμώντας σα θηρίο πάνω σε όλες τις χαρές

οι τρελοί πάνω σ’ αυτό το άστρο της γης

δεν έχουν ανάγκη τα παραμύθια.

ΕΙΝΑΙ Η ΕΠΟΧΗ ΠΟΥ ΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ ΓΡΑΦΟΥΝΕ ΦΛΥΑΡΕΣ ΩΔΕΣ

είναι η εποχή που οι ποιητές γράφουνε φλύαρες ωδές

ξεψειρίζοντας της άρχουσας τάξης το μουνί

είναι η εποχή που το παίζουνε καλοί

ποζάροντας με Πλάτωνα και μεταφυσική

κρατώντας το ρυθμό πάνω στα τούμπανα

γράφοντας ποιηματάκια για ψιψίνες και γατάκια

την τεμπελιά εξασφαλίζοντας γι’ αυτούς έχοντας δούλους

το παίζουνε καλά παιδιά υμνολογώντας τη δουλειά

κι ανθολογίες κάνουνε ζαρώνοντας τα φρύδια

και για τον πόνο του ανθρώπου νοιάζονται πολύ

μα μέσα στα ποιήματα δεν αναφέρουν πουθενά τον εκμεταλλευτή

το παίζουν θυμωμένοι τάχατες πολύ

γιατί δεν γράψανε γι’ αυτούς στο Βήμα κριτική

σαν μουτρωμένα μένουν κοριτσάκια

μέχρι να’ ρθεί με το φτερό της η κυρία Κατεστημένου

να τους χαϊδέψει το μιμί μ’ ένα βραβείο

μια χορηγία εις την αλλοδαπή όπου θα γράψουνε ποιήματα

σπουδαία εκεί
για το τι φάγανε το βράδυ τι το πρωί

για το αν γαμήσαν την ποιήτρια Λιλή

για το αν τραβήξαν μαλακία το πρωί

καθώς ξυπνήσαν από λήθαργο βαθύ

Δεκέμβρης 2008

Leave a comment