To «Kιβώτιο» αποτελεί το πλέον γνωστό έργο ενός από τους μεγαλύτερους σύγχρονους λογοτέχνες. Το αφήγημα «Κιβώτιο» παίζεται από την αρχή του έως το τέλος, είτε έμμεσα είτε άμεσα, με συνείδηση της αβεβαιότητας απέναντι στα πράγματα, σε ό,τι ονομάζεται πραγματικότητα, στις ανθρώπινες πράξεις και προθέσεις και στην προφανή αντίφαση της άρνησης της λογικής δια της λογικής. Και όσο αποδεχόμαστε ότι η λογική εκφράζεται δια του λόγου, το Κιβώτιο σχοινοβατεί συνεχώς επάνω στις δυνατότητες του λόγου. Ένα όργανο που «ψεύδεται άμα και αληθεύει». «ένας ρωσοπόντιος ήτανε και αυτός!
Γιος του Βασίλη Βασιλειάδη, Έλληνα από την Τραπεζούντα και της Πολίνας Άντοβνα Βίλγκεμσον, εσθονικής καταγωγής, ο Αριστείδης Βασιλειάδης, που αργότερα αυτοονομάστηκε Άρης Αλεξάνδρου, γεννημένος το 1922 στο Λένινγκραντ (Aγία Πετρούπολη), ήρθε με τους γονείς του το 1928 και εγκαταστάθηκε αρχικά στη Θεσσαλονίκη, και λίγο αργότερα στην Αθήνα.
Επιστροφή
Έτσι που γυρίσαμε
γυαλίζουνε οι ράγιες στο σκοτάδι
απ’ την πολλή σιωπή
έτσι που γυρίσαμε
βρήκαμε τους εισπράκτορες σφαγμένους
και το πεντακοσάρικο για το εισιτήριο
θα μας περισσεύει
και τα τέσσερα χρόνια
γι’ αυτό που λέγαμε ζωή μας
θα μας λείπουν
έτσι που γυρίσαμε κι οι δρόμοι προχωράνε
τετραγωνίζοντας την άδεια πολιτεία
σε πένθιμους φακέλους
κι αυτός ο αστυφύλακας περνάει και χασμουριέται
Θεέ μου! ας μίλαγε τουλάχιστον αυτός
κι ας μου ζητούσε
την ταυτότητά μου.
Με μητρική κυριολεκτικά και μεταφορικά, γλώσσα τα ρωσικά, δυσκολεύτηκε τον πρώτο καιρό να προσγειωθεί στην ελληνική γλωσσική πραγματικότητα, αλλά, με την πραγματική ιδιοφυΐα που επέδειξε στην εκμάθηση των ξένων γλωσσών, γρήγορα προσαρμόστηκε και έφτασε σ’ εκείνη την αίσθηση της γλώσσας που διαπιστώνεται στο σύνολο του έργου του, προσωπικού και μεταφραστικού.
Τέλειωσε τις γυμνασιακές του σπουδές στο Βαρβάκειο το 1940 και έδωσε εξετάσεις για το Πολυτεχνείο κατά την επιθυμία του πατέρα του, αλλά με πολλούς δικούς του ενδοιασμούς γι αυτό και, επειδή δεν είχε προετοιμαστεί ικανοποιητικά, απέτυχε. Το 1942 αποφάσισε να παρατήσει τις σπουδές που δεν τον ενθουσίαζαν και να εργαστεί ως μεταφραστής. Συγχρόνως από τις πρώτες μέρες της Κατοχής, μαζί με άλλους φίλους και γνωστούς (Ανδρέα Φραγκιά κ.α) δημιούργησαν μια αντιστασιακή ομάδα (τυπογραφείο). Αργότερα τα μέλη της μικρής και αυθόρμητης αυτής ομάδας, προσχώρησαν στην αναγεννημένη οργάνωση της κομμουνιστικής νεολαίας.
Ωστόσο αυτός ο από χαρακτήρα και νοοτροπία φιλελεύθερος στοχαστής δεν μπόρεσε να προσαρμοστεί στους πειθαρχικούς κανόνες ενός «οργανωμένου», σε περίοδο μάλιστα παρανομίας. Γι αυτό και σε λίγους μήνες, με την πρώτη εμφανή κρίση, αποχώρησε. Η απομάκρυνσή του από την ενεργό κομματική δράση και η μη συμμετοχή του στις δραστηριότητες της Αριστεράς και εδώ ειδικά στα γεγονότα του Δεκεμβρίου του 1944, δεν εμπόδισαν τις αγγλικές στρατιωτικές αρχές, που είχαν έρθει στην Ελλάδα, να τον συλλάβουν και να τον στείλουν στο στρατόπεδο Ελ Ντάμπα, όπου έμεινε έως τον Απρίλιο του ΅45. Επίσης, παρόλο που δεν έχει ανάμειξη στον εμφύλιο πόλεμο συλλαμβάνεται το 1948 και, επειδή αρνείται να αποκηρύξει τις ιδέες του, στέλνεται και παραμένει διαδοχικά στα στρατόπεδα Μούδρου, Μακρονήσου και Αγίου Ευστράτιου, από τον Ιούλιο του 1948 έως τον Οκτώβριο του 1951.
Μετά ένα χρόνο, το Νοέμβριο του 1952, και ενώ είχε μείνει ελεύθερος δικάζεται από το Στρατοδικείο Αθηνών ως ανυπότακτος (κατά την εποχή που ήταν εξόριστος). Καταδικάστηκε πρωτοδίκως σε 10 χρόνια ειρκτή και έμεινε διαδοχικά στις φυλακές Αβέρωφ, Αίγινας και Γυάρου. Στην αναθεώρηση της δίκης η ποινή του περιορίστηκε στα 7 χρόνια και απολύθηκε τον Αύγουστο του 1958 με τη χάρη του ενός τρίτου.
Μετά την αποφυλάκισή του παντρεύεται την Καίτη Δρόσου και εγκαθίσταται στο σπίτι της. Το 1967 έφυγαν μαζί στο Παρίσι από το φόβο μιας νέας σύλληψης από τη δικτατορία. Πέθανε στο Παρίσι στις 2 Ιουλίου 1978 από καρδιακή προσβολή, μόλις έχοντας προφτάσει την έκδοση από τον οίκο Gallimard της γαλλικής μετάφρασης του Κιβωτίου.
Με το Κιβώτιο βρισκόμαστε στο κλίμα του ελληνικού εμφυλίου πολέμου-ακριβέστερα, στο τέλος του (καλοκαίρι του 1949). Μια 40μελής ομάδα «εθελοντών» και επίλεκτων κομμουνιστών αναλαμβάνει την ύψιστη αποστολή να μεταφέρει ένα κιβώτιο από την πόλη Ν στην πόλη Κ. Κανείς δεν έχει ιδέα για το περιεχόμενο του κιβωτίου ούτε για τον τελικό στόχο των κινήσεών τους : το αρχηγείο αρκείται να τους υποδεικνύει κάθε μέρα το δρομολόγιο της επομένης. Ωστόσο έχει γνωστοποιηθεί σε όλους ότι η «επιχείρηση – κιβώτιο» είναι τόσο σημαντική ώστε ενδεχομένως να κρίνεται από αυτήν η έκβαση του πολέμου. Εξ ου και οι αυστηρές προδιαγραφές της πορείας: καμιά καθυστέρηση δεν θα γίνεται ανεκτή και κάθε τραυματίας ή απλώς βραδυπορών θα «κυανίζεται». Αυτή η επιχείρηση – εκατόμβη θα διαρκέσει δύο μήνες (μέσα Ιουλίου – μέσα Σεπτεμβρίου του 1949). Ο μοναδικός επιζών – και αφηγητής – ολοκληρώνει την πορεία, παραδίδει το κιβώτιο στους αρμοδίους, εκείνοι το ανοίγουν και διαπιστώνεται πως είναι άδειο! Ο αφηγητής συλλαμβάνεται και φυλακίζεται. Επιχειρεί με συνεχείς καταθέσεις του προς τις ανακριτικές αρχές να εξηγήσει – και να ερμηνεύσει – το νόημα της παράδοξης αποστολής τους.
Αυτός είναι πολύ συνοπτικά ο μύθος, η ιστορία του αντιμυθιστορήματος που τιτλοφορείται: Το Κιβώτιο. Πρόκειται για αντιμυθιστόρημα γιατί ακυρώνει εμφατικά όλους τους κώδικες του μυθιστορηματικού είδους, κρατώντας χαλαρά τον κώδικα του επιστολικού (μονοφωνικού) μυθιστορήματος ή του προσωπικού ημερολογίου με τα οποία συγγενεύει περισσότερο.
Με τι μάτια τώρα πια
Βιάστηκες μητέρα να πεθάνεις.
Δεν λέω, είχες αρρωστήσει από φασισμό
κι ήταν λίγο το ψωμί έλειπα κι εγώ στην εξορία
ήτανε λίγος ο ύπνος κι ατέλειωτες οι νύχτες
μα πάλι ποιος ο λόγος να απελπιστείς προτού να κλείσεις
τα εξηντατέσσερα
μπορούσες να ΅σφιγγες τα δόντια
έστω κι αυτά τα ψεύτικα τα χρυσά σου δόντια
μπορούσες ν’ αρπαζόσουνα από ΅να φύλλο πράσινο
απ‘ τα γυμνά κλαδιά
απ’ τον κορμό
μα ναι το ξέρω
γλιστράν τα χέρια κι ο κορμός του χρόνου δεν έχει φλούδα
να πιαστείς
όμως εσύ να τα ΅μπηγες τα νύχια
και να τραβούσες έτσι πεντέξι-δέκα χρόνια
σαν τους μισοπνιγμένους που τους τραβάει ο χείμαρρος
κολλημένους στο δοκάρι του γκρεμισμένου τους σπιτιού.
Τι βαραίνουν δέκα χρόνια για να με ξαναδείς
να ξαναδείς ειρηνικότερες ημέρες και να πας
στο παιδικό σου σπίτι με τον φράχτη πνιγμένο ν στα λουλούδια
να ζήσεις μες στη δίκαιη γαλήνη
ακούγοντας τον πόλεμο
σαν τον απόμακρο αχό του καταρράχτη
να ΅χεις μια στέγη σίγουρη σαν άστρο
να χωράει το σπίτι μας την καρδιά των ανθρώπων
κι από τη μέσα κάμαρα-
όμως εσύ μητέρα βιάστηκες πολύ
και τώρα με τι χέρια να ΅ρθεις και να μΆ αγγίξεις μέσΆ
από τη σίτα*
με τι πόδια να ζυγώσεις εδώ που ΅χω τριγύρω μου τις πέ-
τρες σιγουρεμένες σαν ντουβάρια φυλακής
με τι μάτια τώρα πια να δεις πως μέσα δω χωράει
όλη η καρδιά του αυριανού μας κόσμου
τσαλαπατημένη
κι από τον δίπλα θάλαμο ποτίζει η θλίψη
σαν υγρασία σάπιου χόρτου.
[Το ποίημα περιέχεται στη συλλογή Ευθύτης οδών (1959).]
Φρόντισε
Φρόντισε οι στίχοι σου να σπονδυλωθούν με τις αρθρώσεις των σκληρών
των συγκεκριμένων λέξεων.
Πάσχισε να ‘ναι προεκτάσεις της πραγματικότητας
όπως κάθε δάχτυλο είναι μια προέκταση στο δεξί σου χέρι.
΅Ετσι μονάχα θα μπορέσουν σαν την παλάμη του γιατρού
να συνεφέρουν με χαστούκια
όσους λιποθύμησαν
μπροστά στο άδειο πρόσωπό τους.
Το μαχαίρι
΅Οπως αργεί τα’ ατσάλι να γίνει κοφτερό και χρήσιμο μαχαίρι έτσι αργούν κι οι λέξεις ν’ ακονιστούν σε λόγο. Στο μεταξύ όσο δουλεύεις στον τροχό πρόσεχε μην παρασυρθείς μην ξιπαστείς απ’ τη λαμπρή αλληλουχία των σπινθήρων. Σκοπός σου εσένα το μαχαίρι
Νεκρή Ζώνη
Με τις λέξεις σου να είσαι πολύ προσεκτικός, όπως είσαι ακριβώς μ’ έναν βαριά τραυματισμένο που κουβαλάς στον ώμο.
Εκεί που προχωράς μέσα στη νύχτα μπορεί να τύχει να γλιστρήσεις στους κρατήρες των οβίδων μπορεί να τύχει να μπλεχτείς στα συρματοπλέγματα.
Να ψαχουλεύεις στο σκοτάδι με τα γυμνά σου πόδια κι όσο μπορείς μη σκύβεις για να μη σούρνονται τα χέρια του στο χώμα.
Βάδιζε πάντα σταθερά σαν να πιστεύεις πως θα φτάσεις πριν σταματήσει η καρδιά του.
Να εκμεταλλεύεσαι κάθε λάμψη απ’ τις ρυπές των πολυβόλων για να κρατάς σωστόν τον προσανατολισμό σου πάντοτε παράλληλα στις γραμμές των δυο μετώπων.
Ξεπνοϊσμένος έτσι να βαδίζεις σαν να πιστεύεις πως θα φτάσεις εκεί στην άκρη του νερού εκεί στην πρωινή την πράσινη σκιά ενός μεγάλου δέντρου.
Προς το παρόν, νά ΅σαι πολύ προσεκτικός όπως είσαι ακριβώς μ’ έναν μελλοθάνατο που κουβαλάς στον ώμο.
ΕΙΣΗΓΗΣΗ
a la maniere de Jdanov
και κατά συνέπεια η ποίηση είναι μια υπόθεση αντικοινωνική. Πιστεύει σε λέξεις και ιδεογράμματα και δε βλέπει λόγου χάρη πως άλλο ένα δέντρο να ξαπλωθείς στον ίσκιο του κι άλλο το ίδιο δέντρο να πάρεις την ξυλεία του. Το πράγμα είναι σοβαρό: Κάτω από τα σχήματα (δήθεν ποιητικά)κρύβεται το μαχαίρι που μας χτυπάει πισώπλατα.
Εξομοιώνοντας τα πάντα
παραβλέποντας συνθήκες χρόνο τόπο
οι στιχοπλόκοι καταντούν να υποστηρίζουν
πως τα κόκκαλα κι οι φλέβες
βαραίνουνε το ίδιο στη ζωή του κάθε ανθρώπου
επιμένουν να πιστεύουν πως μια πληγή κακοφορμίζει
με την ίδιαν ακριβώς αιτιοκρατία
κι όταν την άνοιξαν οι σφαίρες
των αγροτών του Κόκκινου Στρατού
που χτύπησαν τους εργάτες διαδηλωτές του Βερολίνου
κι όταν την άνοιξαν τα βόλια
των εργατών της Deutsche Wehrmacht
τότε που τα δέχτηκαν στους δρόμους της Aθήνας οι γεωπόνοι σπουδαστές.
Ο ποιητής, ξεκομμένος απ’ τους πόθους του λαού καταντάει τελικά να μην πασχίζει γι’ άλλο
παρά μονάχα πώς θα πει την προσωπική του αλήθεια
καταντάει να λέει τις σφαίρες σφαίρες
και τους πληγωμένους πληγωμένους
κι όλο το πρόβλημά του στενεύει μες στα όρια
μιας αναζήτησης σωστού λεξιλογίου
έτσι που με κάθε θυσία
αδιάφορος για όλα
ακόμα και την πάλη των τάξεων
να φτάσει τελικά να καυχηθεί
πως ναι, αυτό πάσχιζα να πω
όπως βλέπει ένα σώμα στερεό και σκέφτεται
«Τούτο δω ίσως νάναι κείνο που γυρεύω»
το παίρνει στο χέρι το ζυγιάζει και σκέφτεται
«Με τούτο δω, ίσως μπορέσω να καρφώσω μια πρόκα πίσω
απ’ την πόρτα μου»;
στεριώνει την πρόκα κρεμάει το σακάκι του και λέει
«Ναί, αυτό είταν που γύρευα.
Από δω και μπρος
Τα’ ονομάζω
Σφυρί».
Παρουσίαση – Ανθολόγηση: ΑΛΕΞ. ΑΡΓΥΡΙΟΥ
Γιος του Βασίλη Βασιλειάδη, Έλληνα από την Τραπεζούντα, και της Πολίνας Άντοβνα Βίλγκελμσον, Ρωσίδας εσθονικής καταγωγής, ο Αριστοτέλης Βασιλειάδης, που αργότερα αυτοονομάστηκε Άρης Αλεξάνδρου, γεννημένος το 1922 στο Λένινγκραντ, ήρθε με τους γονείς του το 1928 και εγκαταστάθηκε αρχικά στη Θεσσαλονίκη, και λίγο αργότερα στην Αθήνα. [‘30;]
Τέλειωσε τις γυμνασιακές του σπουδές στο Βαρβάκειο (πρακτικό τμήμα) το 1940 και έδωσε εξετάσεις για το Πολυτεχνείο (Ε.Μ.Π.) κατά την επιθυμία του πατέρα του, αλλά με πολλούς δικούς του ενδοιασμούς, γι’ αυτό και, επειδή δεν είχε προετοιμαστεί ικανοποιητικά, απέτυχε, όπως επίσης και στις εξετάσεις του στη Σχολή Καλών Τεχνών. Πέρασε όμως στις εξετάσεις της ΑΣΟΕΕ και παρακολούθησε τα μαθήματά της για δυο σχεδόν χρόνια. Παράλληλα δούλεψε επαγγελματικά σε διάφορες δουλειές και το 1942 αποφάσισε να παρατήσει τις σπουδές που δεν τον ενθουσίαζαν και να εργαστεί ως μεταφραστής. [‘30;]
Στα μέσα του 1943 ο Άρης Αλεξάνδρου μετέχει στην έκδοση του περιοδικού Καλλιτεχνικά Νέα και δημοσιεύει τα άρθρα «Η έκφραση και το θέμα» (τ.3, της 26 Ιουνίου 1943), «Όνειρο – Υπερρεαλισμός» (τ.5, της 10 Ιουλίου 1943), όπου, στα νεανικά του αυτά γραπτά, φαίνονται καθαρά οι διαφορές του από τις θεωρούμενες ως επίσημες μαρξιστικές αντιλήψεις για τα προβλήματα της λογοτεχνίας, κυρίως της υποτίμησης της μορφής και της υπερτίμησης της «πραγματικότητας», όπως αυτή λογαριαζόταν. Διαφορές που καθόρισαν τελικά το είδος της κατοπινής λογοτεχνικής του προσφοράς.
Το 1946, ανάμεσα στην πρώτη και τη δεύτερη εξορία του, εκδίδεται η πρώτη συλλογή ποιημάτων του «Ακόμη τούτη η άνοιξη», από τον οίκο Γκοβόστη, στον οποίο δουλεύει ως μεταφραστής, συνεργάζεται στο περιοδικό της Αριστεράς «Ελεύθερα Γράμματα» και πιθανώς μεταφράζει άρθρα για την εφημερίδα του ΕΑΜ «Ελεύθερη Ελλάδα». Ίσως μας λείπουν εδώ και άλλες πληροφορίες.
Ανάμεσα στη δεύτερη εξορία του και τη φυλάκισή του, το 1952, εκδίδει τη συλλογή ποιημάτων Άγονος γραμμή (που πολτοποιήθηκε- πούλησε 6 μόνο αντίτυπα) και μετά την αποφυλάκισή του την τρίτη, Ευθύτης οδών, το 1959. Ενώ όμως η πρώτη συλλογή του βρίσκεται μέσα στο αντιστασιακό πνεύμα της Κατοχής, οι επόμενες είναι επηρεασμένες από τις συγκεκριμένες εμπειρίες του στα στρατόπεδα και στις φυλακές, όταν εκών άκων γνώρισε την κομματική πειθαρχία και νοοτροπία κάποιων στελεχών, που μετά την Τριλογία του Στρατή Τσίρκα κεφαλαιοποιήθηκαν ως κομμένες κεφαλές. Ήδη όμως ο Αλεξάνδρου, από το 1959 στο άρθρο του «Η σοβιετική σκέψη μπροστά στο αδιέξοδο του νέου σχολαστικισμού», φαίνεται ότι έχει πάρει μια καθαρή απόσταση απέναντι στο φαινόμενο των καταναγκασμών της κάθε εξουσίας και την «ολοκληρωτική» αντίληψη που συνεπάγονται, χωρίς πάντως να έχει αποδεχθεί μια άλλη πρόταση. Στις αντιλήψεις του για τις συνέπειες του «νέου σχολαστικισμού» πρέπει να εντάξομε τις πρακτικές του εφαρμογές, με ένα μυθιστορηματικό πια τρόπο καταγραμμένες, στο Κιβώτιο που αρχίζει να γράφει το 1966 στην Αθήνα και το περατώνει το 1972 στο Παρίσι.
Πέθανε στο Παρίσι στις 2 Ιουλίου 1978 από καρδιακή προσβολή, μόλις έχοντας προφτάσει την έκδοση από τον οίκο Gallimard της γαλλικής μετάφρασης του Κιβωτίου (Απρίλη 1978) από την Colette Lust, υφηγήτρια του Πανεπιστημίου της Λυών.
Κατά τα άλλα, ο Άρης Αλεξάνδρου πρώην μονομάχος και τώρα ποιητής («Εν Στρατοπέδω», Ποιήματα (1941-1974), σελ. 112) θα μείνει στην ιστορία των Γραμμάτων μας και με τις δυο του αυτές ιδιότητες.
Εξέδωσε:*
Ποιήματα: Ακόμη τούτη η άνοιξη, 1946. Άγονος γραμμή, 1952. Ευθύτης οδών, 1958. Ποιήματα (1941-1971), 1971, Ποιήματα (1941-1974), 1978.
Πεζά: Η Αντιγόνη (Διαλογικό), 1960. Το Κιβώτιο (μυθιστόρημα), 1975, 1984.
* Για πλήρη εργογραφία, βλ. Η Μεταπολεμική Πεζογραφία, τόμ. Α΄, σελ. 141.
Θα μπορούσα να παραπέμψω τον αναγνώστη που θέλει να σχηματίσει μια γνώμη για το Κιβώτιο να διαβάσει όλες τις ως τώρα δημοσιευμένες κριτικές ή μελέτες, τμήματα των οποίων βρίσκει και στον παρόντα τόμο. Διότι όλες (χωρίς να είναι και οι μόνες) περιλαμβάνονται στις δυνατότητες του μυθιστορήματος. Στις ελευθερίες που το έργο επιτρέπει να έχει ο αναγνώστης του. Ωστόσο θα ήταν λάθος να νομιστεί ότι πρόκειται για έργο θολό, αόριστο ή χωρίς ραχοκοκαλιά. Απλώς παρουσιάζει την αμφισημία και πολυσημία του γλωσσικού υλικού του.
Για να εκβιάσομε ίσως μια μονοσήμαντη απάντηση, θα έπρεπε να ζητήσομε: ποια ήταν η πρόθεση του Ά. Αλεξάνδρου. Αν πήγαινε ΅κάτι’ συγκεκριμένο ν’ αποδείξει. (Παρακάμπτοντας, έστω και ως υπόθεση εργασίας, το ότι δε μετρά η πρόθεση του συγγραφέα αλλά το αισθητικό – αποτέλεσμα που εξάγεται από το έργο).
Ας ζητήσομε λοιπόν τις προθέσεις του συγγραφέα. Ανάμεσα στο προτελευταίο κεφάλαιο (Παρασκευή, 10 Νοεμβρίου 1949) και το τελευταίο (Τετάρτη, 15 Νοεμβρίου 1949), είχε γραφτεί ένα ενδιάμεσο κεφάλαιο, το: Δευτέρα, 13 Νοεμβρίου 1949, που ένα τμήμα του δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ηριδανός (τ.1, Αύγ.-Σεπτ. 1975, σσ. 7-72).
Εκεί, αν διαβάζω σωστά, το σύμπτωμα (τα συμβάντα Ιούλιο-Αύγουστο και Σεπτέμβριο του 1949) δεν είναι παρά σύμπτωση – μπορούσαν να είχαν συμβεί και πριν από 700 χρόνια, το 1249, την εποχή των Σταυροφοριών και θα είχαμε τα ίδια φαινόμενα και τις ίδιες αντιδράσεις.* Ωστόσο μέσα στη γραφή του θυσιασμένου τελικά κεφαλαίου, το βιωμένο υλικό, οι παραστάσεις που ανακαλούνται, δεν μπορούν παρά να έχουν συγκεκριμένες παραπομπές. Το αντι-κείμενο ωθείται να ξαναγίνει κείμενο από την ύλη που το έχει εμψυχώσει. Να παραπέμπει στο 1949 και όχι στο 1249. Πιστεύω ότι αυτός ήταν ο κύριος λόγος της παράλειψής του από το σώμα του έργου και όχι αποκλειστικά το ότι βρισκόταν «εκτός τόνου» από το σύνολο του έργου, το φάλτσο του, που ομολογεί ο ίδιος ο Αλεξάνδρου (ό.π. σ.70) – και όπως συνεχίζει εξηγώντας:
Παρέλειψα το προτελευταίο κεφάλαιο, δεν έσκισα όμως το χειρόγραφο. Παρ’ όλο το φάλτσο του, έλεγε πράγματα «σωστά». Σκέφτηκα πως θα μπορούσε ίσως κάποτε να δημοσιευτεί, αλλού, σαν απάντηση σε μια δυο ενδεχόμενες απορίες και κυρίως σαν παράδειγμα προς αποφυγήν. […]
Τελικά το «αίνιγμα» λύνεται: δια του αινίγματος. Πρέπει να αναζητηθούν τα σωστά που λέει το παραλειφθέν κεφάλαιο, και να συμφωνηθούν έτσι ώστε σίγουρα να αποφασίσομε: Ποια ήταν η πρόθεση του συγγραφέα.Με τη διέξοδο όμως που μας προσφέρουν οι νέες γλωσσολογικές σχολές-ερμηνείες, το πρόβλημα μετατοπίζεται στο τι λέει το ίδιο το κείμενο – ούτε καν ο συγγραφέας. Αλλά ας πλησιάσομε με προσιτά μέσα το Κιβώτιο. Πρώτα-πρώτα: τι είναι; Μυθιστόρημα; Δηλαδή ιστορεί «μύθ»; Και ποια είναι η σχέση του μύθου με την πραγματικότητα; Για να συντομεύω, (αλλιώς θα χρειαζόταν διατριβή) η απάντηση είναι απλή και έχει ήδη επισημανθεί.** Εξωτερικά πολύ μικρή σχέση υπάρχει με τις συνθήκες ζωής στις περιοχές του «δημοκρατικού στρατού» και σε όσα περιγράφονται στο Κιβώτιο ότι εκεί γινόντουσαν. Στο έργο μάς παρουσιάζεται ένα κράτος εν κράτει σε κανονική λειτουργία, όπως συνέβαινε όχι στην Ελλάδα, αλλά στον εμφύλιο πόλεμο της Ισπανίας.
Συνεπώς ο μύθος δεν ταυτίζεται με τη συγκεκριμένη πραγματικότητα. Ο συγγραφέας την τροποποιεί κατά τις ανάγκες του, παραμένοντας μέσα στα όρια του δυνατού. Το αντίθετο δηλαδή από την περίπτωση αίφνης του Σάμσα, στον Κάφκα, που μεταμορφώνεται σε σκαθάρι – πράγμα που λογικά αποκλείεται. Με άλλα λόγια στο Κιβώτιο βρισκόμαστε σε ένα πραγματικό χώρο και οι συμβάσεις του έργου παραμένουν «εντός του δυνατού» δηλαδή θα μπορούσε να είχαν συμβεί τα πράγματα και έτσι.
Πρόκειται άρα για ρεαλιστικό μυθιστόρημα; Εξωτερικά, ναι. Δεν αφορά παρά στην εξιστόρηση μιας πολεμικής επιχείρησης η οποία (υποτίθεται) συνέβη κατά τους τελευταίους μήνες του εμφυλίου μας πολέμου και την διεξήγαγε μια 40μελής ομάδα επιλέκτων και εμπίστων ατόμων στην περιοχή που (υποτίθεται) ήλεγχε, στρατιωτικά και πολιτικά, ο «κομματικός μηχανισμός» ή το «άλλο κράτος».
Ωστόσο αυτή η έστω και μερική αποστασιοποίηση του αφηγητή από τον ανακριτή του, αλλάζει το χαρακτήρα της αφήγησης. Είναι μια εξομολόγηση που ολισθαίνει σε αυτοβιογραφία. Μπαίνοντας όμως σε αυτόν τον εκ βαθέων χώρο, αυτή η συνάντηση με τον εαυτό του (αυτονόητα: τίμια) οδηγεί μοιραία σε ατέρμονες διερευνήσεις του αφηγητή, κατά τις οποίες, στην αναζήτηση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία θεωρήθηκαν δεδομένα, προκύπτουν πολλές και εύλογες αμφιβολίες για τις άγνωστες προθέσεις και πλευρές τους. Τα δεδομένα, όπως παρουσιάστηκαν, δεν ήταν αναμφισβήτητα, διότι δεν στοιχειοθετούσαν συνεχή και αδιάσπαστη ακολουθία. Στην υποχρέωση και στην ανάγκη να συμπληρωθεί η συνέχεια, ώστε να «μάθομε την αλήθεια» για να μπορέσομε να καταλάβομε, οι «ελλείποντες κρίκοι» συμπληρώθηκαν με πιθανές ή αληθοφανείς υποθέσεις. Σε αυτές όμως τις περιπτώσεις η λογική αποδεικνύεται επισφαλές εργαλείο. Επειδή δουλεύει στο κενό – χωρίς αντικειμενικώς κατοχυρωμένα στοιχεία.
Συνεπώς ό,τι «νομίζομε πως ξέρομε» δεν είναι η πραγματικότητα αλλά η μυθοποίησή της. Τώρα πια τα πράγματα παρουσιάζονται αρκετά πολύπλοκα. Διότι η απομυθοποίηση, αν δεν είναι αδύνατη, είναι ιδιαιτέρως δύσκολη. Το όργανο που θα την επιχειρήσει, η λογική μας, είναι υποχρεωμένη να πιθανολογήσει. Όταν μάλιστα με τη λογική μας, από το χώρο των πράξεων περάσομε αναγκαστικά στην περιοχή των (ανθρώπινων) προθέσεων, βρισκόμαστε, σύμφωνα με το νόμο των πιθανοτήτων, σε άπειρο (θεωρητικά και πρακτικά) αριθμό περιπτώσεων.
Ο αφηγητής (ή ο συγγραφέας) δολιχοδρομώντας ανάμεσα στις αναρίθμητες απορίες (του ή μας) φτάνει συχνά στην άκρη του γκρεμού. Και επειδή εκεί επικρατεί το ένστικτο της αυτοσυντήρησης, που ο αφηγητής έχει αποδείξει ότι του είναι ισχυρό, ή της αυτοκαταστροφής που δρα υπόγεια, απομένουν δυο (τουλάχιστον) λύσεις για να διαλέξει: Ή τη σιωπή ή να συνεχίσει το παιχνίδι της αλήθειας – αυτοτραυματιζόμενος – με εμφανή τα στοιχεία της απόγνωσης.Αλλά επειδή πρέπει να τελειώσω. Πιστεύω ότι το αφήγημα Κιβώτιο παίζεται από την αρχή του έως το τέλος, είτε έμμεσα είτε άμεσα, με συνείδηση της αβεβαιότητας απέναντι στα πράγματα, σε ό,τι ονομάζεται πραγματικότητα, στις ανθρώπινες πράξεις και προθέσεις και στην προφανή αντίφαση της άρνησης της λογικής δια της λογικής. Και όσο αποδεχόμαστε ότι η λογική εκφράζεται δια του λόγου, το Κιβώτιο σχοινοβατεί συνεχώς επάνω στις δυνατότητες του λόγου. Ένα όργανο που «ψεύδεται άμα και αληθεύει».
*Ας σκεφτούμε εδώ τη σύμπτωση με τη λύση που επιλέγει αρκετά αργότερα ο Ουμπέρτο Έκο με το Όνομα του Ρόδου.
**Βλέπε κριτικό σημείωμα: Αλέξανδρου Κοτζιά.
Κρίσεις για το έργο του *
«Το θεματικό του πλαίσιο (ο εμφύλιος μετακατοχικός πόλεμος), το πολιτικό του πρόβλημα (η οδυνηρή απορία μπροστά στην υποκειμενική ασυνέχεια των γεγονότων και στην αντικειμενική τους διαλεκτική), η ανθρώπινη παθολογία (η σύγκρουση δηλαδή της βιολογικής με την ιστορική κλίμακα), όλα αυτά και άλλα πολλά πολλά μαζί εδώ δεν προϋπάρχουν – γεννιούνται με τη γλώσσα του κειμένου: Λόγος νεωτερικός, γνήσια πεζογραφικός που συστρέφεται, συμπτύσσεται και αναπτύσσεται γύρω από το χαμένο και το αναζητούμενο κέντρο, το οποίο τελικά προσδιορίζεται και αποδεικνύεται γόνιμος σπόρος. Όταν κλείσεις το μυθιστόρημα, ξέρεις πως η ελληνική γλώσσα πεζοπόρησε πολύ, κι αυτός ο μόχθος την καθάρισε από τα περιττά της λίπη και έδειξε τις αρθρώσεις της – παλιές και καινούργιες. Η ενηλικίωση της πεζογραφίας μας συντελείται με πολλούς τρόπους, καθώς το άδειο «κιβώτιο» προχωρεί στον προορισμό του. Θα αναφέρω μία μόνο ένδειξη για παράδειγμα. Με ευφρόσυνη κατάπληξη διαπιστώνεις ότι ο Άρης Αλεξάνδρου, δίχως να εκβιάζει τη δομή του δημοτικού λόγου, διαστέλλει και συστέλλει απεριόριστα τα παραδοσιακά του όρια. Στα χέρια του ο περιοδικός λόγος και η τυπογραφική παράγραφος γίνονται όργανα εξαιρετικά ευαίσθητα και προπαντός σύνθετα και πολυεδρικά: κύκλοι μικρής και μεγάλης ακτίνας γυρίζουν άνετα στον ίδιο άξονα, αλλά σε διαφορετικά επίπεδα – τόξα προτάσεων τεντώνονται ως την έσχατη αντοχή της ελαστικότητάς τους – πολύτιμες κουκίδες προφυλάσσονται μέσα σε χαραγμένες παρενθέσεις. Ύστερα από το Κιβώτιο ο πολυδαίδαλος λόγος του Προυστ δε μοιάζει πια αμετάφραστος…
Δ.Ν. Μαρωνίτης
Μια μαρτυρία για τον άνθρωπο
Για όσους τον γνώρισαν, μαζί με το έργο, παραμένει η ανθρώπινη παρουσία που είχε μια εντελώς ιδιαίτερη μοναδικότητα ως ατομικός χαρακτήρας και ως ακραία αντιπροσωπευτική περίπτωση μιας ολόκληρης γενιάς και μιας κατάστασης που έμεινε εντελώς ξεχωριστή. Η μοναδικότητα εκτός από τα άλλα συνίσταται και στην απόλυτη ταύτιση του ανθρώπου με το έργο του, γιατί όταν γίνεται λόγος για το χαρακτήρα του, γίνεται αναπόφευκτη σαν η καλύτερη δυνατή σκιαγράφηση η παραπομπή σε δικά του κείμενα. Και αντίστροφα, τα κείμενα αυτά είναι στοιχεία της βιογραφίας και της ψυχογραφίας του. Η ταύτιση υπάρχει πλήρης, χωρίς ρωγμές. Η προσωπικότητα αυτή διαμορφώθηκε πολύ νωρίς κι έφτασε σε βαθμό απολυτότητας και συνέπειας. Η αυστηρότερη συνέπεια εκδηλώνεται προς τον εαυτό του. Εσωτερική ζωή, πνευματική λειτουργία, συμπεριφορά και ύφος γραφής γίνονται ένα, τόσο συμπαγές που είναι αδύνατο να ξεχωριστεί το ένα από το άλλο. Ένας ορθολογισμός μαθηματικού τύπου που συχνά μπορούσε να φτάσει στην αυστηρή διατύπωση θεωρήματος, μια ευθύγραμμη και σχεδόν επίπεδη συμπεριφορά χωρίς οξύτητες, μια καλή, συχνά αγαθή, προαίρεση και μια έμφυτη ουσιαστική ευγένεια. Ο καθημερινός φανατισμός του ήταν ότι δε θύμωνε ποτέ. Του ήταν άγνωστος ο υψηλός τόνος, η ρητορία, το εντυπωσιακό, ή οποιαδήποτε επίδειξη. Κάτω από αυτή τη φαινομενική απάθεια, που έφτανε συχνά να φαίνεται αδιαφορία, λειτουργούσε αδιάκοπα με υψηλή ευαισθησία, ζωηρό ενδιαφέρον, πνευματική εγρήγορση, ένας παλλόμενος ψυχισμός. Ο άνθρωπος αυτός που φαινόταν μοναχικός και αποσυρμένος διψούσε για ανθρώπινη επαφή, για ειλικρινείς και χωρίς συμβατικότητες εγκάρδιες σχέσεις, αναζητούσε την πνευματική ακεραιότητα και το βαθύτερο ουσιαστικό ανθρωπισμό.
Αντρέας Φραγκιάς
*Παρουσιάζουμε ενδεικτικά κάποιες από τις κριτικές που περιλαμβάνονται στο λήμμα του συγγραφέως.
Επιλογή Βιβλιογραφίας *
Αλέξανδρος Κοτζιάς, εφημ. Η Καθημερινή 18.5.75. Αλέξ. Αργυρίου,
T.L.S. (Φιλολογικό συμπλήρωμα των «Τάιμς», 14.11.1975, Ν 3844, σελ. 1368. Αλεξ. Αργυρίου, περιοδ. Αντί, τ. 32, 15.11.75. Δημ. Ραυτόπουλος, περιοδ. Ηριδανός, τ. 5-6, Απρ.-Ιούλ. 1976. Νικ. Γρηγοριάδης, Χρονικό ΅75, σ. 99.Με τον τίτλο Hommage a lΆ ecrivain Aris Alexandrou, η υφηγήτρια του Πανεπιστημίου της Λυών και μεταφράστρια του Κιβωτίου της έκδοσης Gallimard (Απρίλιος 1978) κυρία Colette Lust μίλησε στο Γ΄ Συνέδριο των γαλλόφωνων νεοελληνιστών στη Λυών, στις 26-28 Απριλίου 1979, όπου έγινε και μια αναμνηστική έκθεση του Αλεξάνδρου με φωτογραφίες, χειρόγραφα και βιβλία του. Στο συνέδριο αυτό μίλησαν και άλλοι σύνεδροι για το έργο του Άρη Αλεξάνδρου. Επίσης ο καθηγητής του Πανεπιστημίου της Γενεύης κ. Μπερτράν Μπουβιέ έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το μεταφραστικό έργο του Αλεξάνδρου και ειδικότερα της μετάφρασης του Αγαθούλη του Βολταίρου.
Για πλήρη βιβλιογραφία βλ. Η Μεταπολεμική Πεζογραφία, τόμ. Α΄, σ. 159.
*Από το «Πόντος και Αριστερά» στο http://pontosandaristera.wordpress.com – Δευτέρα, 5 Φεβρουαρίου 2007

