Une voix
Nous vieillissions, lui le feuillage et moi la source,
Lui le peu de soleil et moi la profondeur,
Et lui la mort et moi la sagesse de vivre.
J’acceptais que le temps nous présentât dans l’ombre
Son visage de faune au rire non moqueur,
J’aimais que se levât le vent qui porte l’ombre
Et que mourir ne fût en obscure fontaine
Que troubler l’eau sans fond que le lierre buvait.
J’aimais, j’étais debout dans le songe éternel.
`
1. ΠΕΤΡΑ ΓΡΑΜΜΕΝΗ
Μια φωνή
Μεγαλώναμε
αυτός το φύλλωμα
κι εγώ η πηγή,
αυτός το λιγοστό φως
κι εγώ το βάθος,
αυτός τον θάνατο
κι εγώ την φρόνηση να ζω.
Δεχόμουν ότι ο χρόνος
μας παρουσιάστηκε στη σκιά
με πρόσωπο άγριου ζώου
που γελά χωρίς να σαρκάζει,
αγαπούσα τον άνεμο που σηκώθηκε
να παρασύρει την σκιά
και τον θάνατο που δεν ήρθε
παρά να ταράξει το απύθμενο νερό
που έπινε ο κισσός στη σκοτεινή κρήνη.
Αγαπούσα, στεκόμουν στο αιώνιο όνειρο.
`
***
2. DE NATURA RERUM
Lucrèce le savait:
Ouvre le coffre,
Tu verras, il est plein de neige
Qui tourbillonne.
Et parfois deux flocons
Se rencontrent, s’unissent,
Ou bien l’un se détourne, gracieusement
Dans son peu de mort.
D’où vient qu’il fasse clair
Dans quelques mots
Quand l’un n’est que la nuit,
L’autre, qu’un rêve?
D’où viennent ces deux ombres
Qui vont, riant,
Et l’une emmitouflée
D’une laine rouge?
`
2. DE NATURA RERUM
(ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΦΥΣΕΩΣ ΤΩΝ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ)
Ο Λουκρήτιος το γνώριζε.
Άνοιξε το κιβούρι,
θα δεις, είναι γεμάτο από χιόνι
που στροβιλίζεται.
Κάποτε, δύο νιφάδες ανταμώνουν,
γίνονται μία
που περιστρέφεται με χάρη
στον μικρό θάνατό της.
Πώς γίνεται
να ανοίγει ο καιρός;
Η μια δεν είναι παρά μόνο νύχτα
κι η άλλη όνειρο.
Από πού έρχονται αυτές οι δύο σκιές
που γελώντας βαδίζουν,
η μια τυλιγμένη
σε μάλλινο κόκκινο;
`
* Ο στίχος «που γελώντας βαδίζουν» θα μπορούσε να μεταφραστεί: «που γελούν και βαδίζουν », επειδή η μετοχή είναι τροπική και είναι συνήθως προτιμότερο να μεταφράζεται με κύρια πρόταση.
`
***
3. Planches courbes (2001)
Extrait
« (…) Ô poésie,
Je ne puis m’empêcher de te nommer
Par ton nom que l’on n’aime plus parmi ceux qui errent
Aujourd’hui dans les ruines de la parole.
Je prends le risque de m’adresser à toi, directement,
Comme dans l’éloquence des époques
Où l’on plaçait, la veille des jours de fête,
Au plus haut des colonnes des grandes salles,
Des guirlandes de feuilles et de fruits.
Je le fais, confiant que la mémoire,
Enseignant ses mots simples à ceux qui cherchent
A faire être le sens malgré l’énigme,
Leur fera déchiffrer, sur ses grandes pages,
Ton nom un et multiple, où brûleront
En silence, un feu clair,
Les sarments de leurs doutes et leurs peurs (…) »
`
3. ΚΑΜΠΥΛΕΣ ΣΑΝΙΔΕΣ (2001)
Απόσπασμα
Ποίηση,
δεν μπορώ παρά να σε ορίσω
με το όνομά σου
που δεν είναι πια η αγάπη
μεταξύ εκείνων που περιφέρονται
σήμερα στα ερείπια του λόγου.
Τολμώ να σου μιλήσω ευθέως,
όπως και στην ευγλωττία των εποχών
τοποθετούσαμε,
από την παραμονή των εορτών,
στα κιονόκρανα των μεγάλων αιθουσών,
στεφάνια από φύλλα και φρούτα.
Έτσι σε ορίζω,
με την πεποίθηση ότι η μνήμη
φωτίζει τις απλές λέξεις της
σε εκείνους που μέσα από το αίνιγμα,
γυρεύουν το νόημα,
τους ωθεί να διαβάσουν
στις μεγάλες σελίδες της το όνομά σου,
το ένα και πολλαπλό
και να κάψουν σιωπηλά,
σε λαμπερή φωτιά,
τα κλαδιά των αμφιβολιών και τους φόβους τους.
`
***
4. LES FLAMBEAUX
Neige
Qui as cessé de donner, qui n’es plus
Celle qui vient mais celle qui attend
En silence, ayant apporté mais sans qu’encore
On ait pris, et pourtant, toute la nuit,
Nous avons aperçu, dans l’embuement
Des vitres parfois même ruisselantes,
Ton étincellement sur la grande table.
Neige, notre chemin,
Immaculé encore, pour aller prendre
Sous les branches courbées et comme attentives
Ces flambeaux, ce qui est, qui ont paru
Un à un, et brûlé, mais semblent s’éteindre
Comme aux yeux du désir quand il accède
Aux biens dont il rêvait (car c’est souvent
Quand tout se dénouerait peut-être, que s’efface
En nous de salle en salle le reflet
Du ciel, dans les miroirs), ô neige, touche
Encore ces flambeaux, renflamme-les
Dans le froid de cette aube
`
4. ΟΙ ΔΑΔΕΣ
Χιόνι,
σταμάτησες να πέφτεις,
και δεν είσαι πια αυτό που θα΄ρθει,
αλλά αυτό που στέκει ακόμα
απλωμένο στη σιωπή
κι όλη τη νύχτα διακρίναμε
μέσα από την ομίχλη των τζαμιών
που πότε πότε σχημάτιζε ρυάκια,
το σπινθήρισμά σου στο μεγάλο τραπέζι.
Χιόνι,
ο δρόμος άσπιλος ακόμα,
μας οδηγεί να πάρουμε,
κάτω από τα κυρτά κλαδιά προσεκτικά,
τις δάδες αυτές που εμφανίστηκαν
μία-μία να καίγονται
κι όμως, μοιάζουν να σβήνουν,
όπως τα μάτια του πόθου,
όταν αγγίζει αυτά που ονειρεύτηκε,
γιατί συχνά, όταν όλα ξεδιπλώνονται ολοφάνερα,
σε κάθε δωμάτιο θαμπώνουν
την αντανάκλαση του ουρανού στους καθρέπτες .
Χιόνι,
άγγιξε πάλι αυτές τις δάδες, ξανάναψέ τες
στο κρύο της αυγής.
`
***
5. Ce qui fut sans lumière
Extrait (1987)
Psyché devant le château d’Amour
Il rêva qu’il ouvrait les yeux, sur des soleils
Qui approchaient du port, silencieux
Encore, feux éteints ; mais doublés dans l’eau grise
D’une ombre où foisonnait la future couleur.
Puis il se réveilla. Qu’est-ce que la lumière ?
Qu’est-ce que peindre ici, de nuit ? Intensifier
Le bleu d’ici, les ocres, tous les rouges,
N’est-ce pas de la mort plus encore qu’avant ?
Il peignit donc le port mais le fit en ruine,
On entendait l’eau battre au flanc de la beauté
Et crier des enfants dans les chambres closes,
Les étoiles étincelaient parmi les pierres.
Mais son dernier tableau, rien qu’une ébauche,
Il semble que ce soit Psyché qui, revenue,
S’est écroulée en pleurs ou chantonne, dans l’herbe
Qui s’enchevêtre au seuil du château d’Amour.
`
5. ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΗΤΑΝ ΣΚΟΤΕΙΝΟ
Απόσπασμα (1987)
Την Ψυχή στο κάστρο της Αγάπης
ονειρεύτηκε να ανοίγει τα μάτια της
σε ήλιους που πλησίαζαν το λιμάνι,
ακόμα σιωπηλοί, με τα φώτα σβηστά,
τυλιγμένοι στα απόνερα μιας σκιάς
όπου ξεχείλιζε το επερχόμενο χρώμα.
Ύστερα ξύπνησε. Τι είναι το φως;
Τι σημαίνει να ζωγραφίζεις νύχτα;
Το σκούρο μπλε εδώ,
οι ώχρες, όλα τα κόκκινα,
δεν κάνουν τον θάνατο
ακόμα πιο έντονο;
Ζωγράφισε το λιμάνι, μα ερειπωμένο.
Άκουγες το νερό να σκάει
στα πλευρά της ομορφιάς
και τα παιδιά να ουρλιάζουν
στα κλειδωμένα δωμάτια.
Τα αστέρια έλαμπαν ανάμεσα στις πέτρες.
Ο τελευταίος του πίνακας κενός.
Μοιάζει να είναι η Ψυχή που
με την επιστροφή της σκόρπισε
σε δάκρυα ή αναφιλητά
πάνω στα χόρτα που μπλέκονται
στο κατώφλι του κάστρου της αγάπης.
`
***
6. LA CHARRUE
Cinq heures. La neige encore. J’entends des voix
À l’avant du monde.
Une charrue
Comme une lune au troisième quartier
Brille, mais la recouvre
La nuit d’un pli de la neige.
Et cet enfant
A toute la maison pour lui, désormais. Il va
D’une fenêtre à l’autre. Il presse
Ses doigts contre la vitre. Il voit
Des gouttes se former là où il cesse
D’en pousser la buée vers le ciel qui tombe.
`
6. ΑΛΕΤΡΙ
Πέντε η ώρα.
Χιόνι και πάλι.
Ακούω φωνές
στο μπροστινό μέρος του κόσμου.
Ένα αλέτρι φεγγάρι
λάμπει στην τρίτη γειτονιά,
μα το καλύπτει η νύχτα
με μια πτυχή του χιονιού.
Και το παιδί
έχει όλο το σπίτι δικό του τώρα.
Από το ένα παράθυρο στο άλλο περνά.
Πιέζει τα δάχτυλα πάνω στο τζάμι.
Σταγόνες σχηματίζονται εκεί, όπου παύει
να σπρώχνει προς τον ουρανό την ομίχλη που πέφτει.
`
**********
EΠΙΜΕΤΡΟ
`
Ο Υβ Μπονφουά γεννήθηκε το 1923 στην Τουρ, αλλά κατάγεται από τη νοτιο-δυτική Γαλλία. Η διπλή αυτή καταγωγή θα φανεί αργότερα στο έργο του που είναι η αναζήτηση της χαμένης ενότητας ανάμεσα στον κόσμο του βορρά και το μεσογειακό. Σπούδασε φιλοσοφία στη Σορβόνη και, όταν αποφοίτησε, κατέστρεψε το δίπλωμά του και σπούδασε μαθηματικά. Ύστερα από ένα ταξίδι στην Ιταλία άρχισε έρευνες σε βάθος πάνω στην τέχνη του Τρετσέντο και του Κουατροτσέντο και στη σχέση τους με το Βυζαντινό κόσμο και τη Ρομαντική τέχνη. Παράλληλα με το ποιητικό του έργο, δημοσίευσε μελέτες πάνω στον Πιέρο ντέλα Φραντσέσκα, τον Πουσέν, τις γοτθικές τοιχογραφίες, και μετάφρασε Σαίξπηρ. Δίδαξε σαν καθηγητής ή εταίρος στα πανεπιστήμια της Γενεύης, του Πρίνστον, της Βενσέν, της Νίκαιας και της Αιξ-αν-Προβάνς. Το 1981 διορίστηκε καθηγητής στο Κολέγιο της Γαλλίας και η Γαλλική Ακαδημία τον τίμησε με το Μεγάλο Βραβείο Ποίησης.
`
* Μετάφραση-επίμετρο: Ανδρονίκη Δημητριάδου. Από το http://www.poiein.gr

