ΠΟΙΟΣ ΜΕ ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΕΙ ΕΚΤΟΣ ΑΠΟ ΜΕΝΑ
Έκλεισαν το νερό, κι έτσι ζω χωρίς νερό,
χτίσαν ψηλότερα τείχη, και ζω δίχως να βλέπω τις κορφές των δέντρων,
έβαψαν μαύρα τα παράθυρα, οπότε ζω χωρίς λιακάδα,
κλείδωσαν το κλουβί μου, ζω χωρίς να πηγαίνω πουθενά,
μου πήραν κάθε τελευταίο δάκρυ που ‘χα, ζω δίχως δάκρυα,
άρπαξαν την καρδιά μου και την ξέσκισαν, ζω χωρίς καρδιά,
πήραν τη ζωή μου και την τσάκισαν, και ζω
δίχως κανένα αύριο,
λένε πως είμαι κτηνώδης, διαβολικός, κι έτσι δεν έχω φίλους,
έφραξαν την κάθε ελπίδα, και δεν έχω διαφυγή από την κόλαση,
μου δίνουν πόνο, και ζω με τον πόνο,
μου δίνουν μίσος, κι έτσι ζω με το μίσος μου,
με άλλαξαν, και δεν είμαι αυτός που ήμουν,
δεν μ’ αφήνουν να πλυθώ, κι έτσι ζω με την μπόχα μου,
με χώρισαν από τ’ αδέρφια μου, και ζω χωρίς αδέρφια,
ποιος με καταλαβαίνει
όταν λέω πως αυτό είναι υπέροχο;
ποιος με καταλαβαίνει, όταν λέω ότι έχω βρει
άλλες ελευθερίες;
Δεν μπορώ να πετάξω ή να εμφανίσω κάτι από το χέρι μου,
δεν μπορώ να κάνω ν’ ανοίξουν οι ουρανοί ή να τρέμει η γη,
μπορώ να ζήσω με τον εαυτό μου
κι έμεινα κατάπληκτος με τον εαυτό μου,
την αγάπη μου, την ομορφιά μου,
αποδέχομαι τις αποτυχίες μου,
έκπληκτος μπροστά στους φόβους μου,
είμαι πεισματάρης και ακατέργαστος,
μέσα σε κείνα τα συντρίμμια της ζωής που
αυτοί προκάλεσαν
δοκιμάζω να είμαι ο εαυτός μου
κι έχω ανακαλύψει κομμάτια του που ούτε είχα
ποτέ μου ονειρευτεί,
δημιουργήθηκαν κάτω απ’ τα βράχια μες την καρδιά μου
όταν οι τοίχοι χτίστηκαν ψηλότεροι
κι όταν το νερό κόπηκε και τα παράθυρα
βάφτηκαν μαύρα.
Ακολούθησα εκείνα τα σημάδια σαν ένας γέρος κυνηγός
και βάδισα στα ίχνη βαθιά μέσα μου,
πήρα το ματοβαμμένο μονοπάτι
ακόμα βαθύτερα σ’ επικίνδυνες περιοχές
και βρήκα τόσα πολλά
κομμάτια του εαυτού μου
που με δίδαξαν ότι το νερό δεν είναι το παν
και μου ‘δωσαν καινούργια μάτια για να δω μέσα
απ’ τους τοίχους
και, όταν μίλησαν, το φως του ήλιου βγήκε από το στόμα τους.
και μαζί μ’ αυτά κορόιδευα τον ίδιο μου τον εαυτό,
γελάσαμε όπως τα παιδιά και κάναμε συμφωνίες να ‘μαστε
πάντοτε πιστοί,
ποιος με καταλαβαίνει
όταν λέω πως αυτό είναι υπέροχο;
***
ΦΥΛΑΚΕΣ
Υπάρχουν μαύροι φρουροί που κλείνουν με πάταγο τις πόρτες
στα κελιά μαύρων ανδρών
και σκούροι φρουροί που χαιρετούν σκουρόχρωμους άνδρες
με νούμερα στην πλάτη τους
και λευκοί φρουροί που γελάνε με λευκούς απατεώνες
και ερυθρόδερμοι φρουροί, κάποιοι λίγοι, που δεν λένε τίποτα σε
ερυθρόδερμους τροφίμους, καθώς εκείνοι μετρούν τα βήματά
τους από τη μάσα στα κελιά.
Ορίστε, λοιπόν, μια μικρή μυρμηγκοφωλιά…
κατάδικοι περπατούν σ’ ευθείες γραμμές, φρουροί πετάνε
με θορυβώδη φτερά, έχοντας το ελεύθερο να εξαπατήσουν, να
μπουκώσουν οι ίδιοι
με τίμημα να απομονωθούν απ’ τους ανθρώπους τους…
Κλείνοντας τα μυαλά τους σαν τις κάνουλες,
τυλιγμένοι με τσουβάλια που μονώνουν τους σωλήνες
κουβαλούν το χλωμό αδύναμο νερό στις καρδιές τους.
Γίνεται χειρότερο, όταν βλέπεις τους ίδιους αυτούς φρουρούς
να κουβαλούν έξω ματωμένους κουβάδες απ’ τα κελιά,
να τους βλέπεις να ξερνούν στη μυρωδιά, κι οι άνθρωποι,
οι δικοί τους άνθρωποι, να κόβουν τις φλέβες τους,
να κρεμιούνται με ζώνες απ’ τους φωταγωγούς·
γίνεται χειρότερο, όταν τους βλέπεις να συγυρίζουν την
ακαταστασία,
να κουβαλούν έξω το μελανιασμένο παγωμένο σώμα μέσα
σε σεντόνια
και μετά να παίρνουν ξανά τις θέσεις τους στα κλουβιά των
φρουρών
παρακολουθώντας τους ανθρώπους τους να τσακίζονται και να
πετσοκόβονται μεταξύ τους,
και πάνω απ’ αυτή την ποτισμένη με αίμα γη
ο ήλιος λαμποκοπά, οι φρουροί μιλούν για άλογα και όπλα,
πηγαίνουν στα μαγαζιά και αγοράζουν καινούργιες μπότες,
και όσο πιο πολύ δουλεύουν εδώ τόσο πιο ισχυροί γίνονται,
παίρνοντας αυτοί τη θέση κάποιας αρχαίας μούμιας
κάτω στα μπουντρούμια της φυλακής, μια μούμια
που ποτέ δεν θ’ ακούσεις, που έχει όμως μια παράξενη δύναμη
σ’ αυτόν τον σκοτεινό κόσμο, να είναι τόσο απόλυτα αηδιαστική
μέσα στην άγνοια
κι όμως τόσο περήφανα να ορίζει τόσους πολλούς…
Και οι κατάδικοι από μόνοι τους στα πόδια της μούμιας,
αιματοβαμμένο δέρμα, στέκονται στο ένα πόδι,
γίνονται φίδια που ρουφούν τη ζωή μέσα από τ’ αδέρφια τους,
παλεύουν για δαχτυλίδια και λεφτά και όπλα,
μέσα σ’ αυτόν το βόθρο από πόνο δείχνουν τα φαρμακερά τους
δόντια
και πολεμούν για όσα αποφάγια μπορούν…
Και οι άλλοι κατάδικοι, ένοχοι για το
τίποτα εκτός από το χρώμα που γεννήθηκαν, ένοχοι επειδή
είναι αθώοι,
γίνονται σιγά σιγά σκόνη μέσα στους νυχτερινούς αγέρηδες
πετώντας πίσω στις φάρμες και τις πόλεις τους.
Από τις χαρακιές της καρδιάς τους άμμος σηκώνεται και ψεκάζει
πάνω απ’ τα σπίτια και μέσα από τα δέντρα.
Κοιτάζοντας την άμμο να περνά πάνω από αυτόν τον έρημο
τόπο,
κοιτάζεις αυτούς.
*Ο Jimmy Santiago Baca γεννήθηκε στη Σάντα Φε του Νέου Μεξικό το 1952. Παιδί Απάτσι και Chicano, πέρασε χρόνια σε ορφανοτροφεία, έζησε στους δρόμους και στα 21 του συνελήφθη για κατοχή ναρκωτικών. Κατά την εξαετή ποινή του ξεκίνησε να γράφει ποίηση. Με την προτροπή των συγκρατούμενών του έστειλε ποιήματα στο περιοδικό «Mother Jones» που τότε εξέδιδε η Ντενίς Λέβερτοφ, η οποία και αναγνώρισε το ταλέντο του. Το 2004 ο «ποιητής του λαού» Baca ξεκίνησε μια μη κερδοσκοπική οργάνωση, την «Cedar Tree», η οποία μέσω εισφορών υποστηρίζει νέους συγγραφείς, και ο Baca διδάσκει σε εργαστήρια εκμάθησης γραφής σε παιδιά και εφήβους μέσα από προγράμματα σε σχολεία και πανεπιστήμια, σε κέντρα νεότητας και φυλακές.
**Από το βιβλίο “Αμερικανοί ποιητές και ποιήτριες τολμούν”, σε μετάφραση και γενική επιμέλεια Γιώργου Μπουρλή. Εκδόσεις Εξάρχεια, Αθήνα, Οκτώβρης 2013.
