Πελαγία Φυτοπούλου, Ο βιολιστής

OHOOLA one-ninehundred

Εγκατέλειψε το ημερολόγιό του γεμάτο αγριόχορτα.
Πήγε να ταιριάξει στη ζωή.
Τράβηξε κατά το Λούνα-Παρκ.
Φορούσε ένα καπέλο τσακισμένο στην άκρη
και κάπνιζε πίπα.
Αυτό το αρωματικό βιολί στο στόμα του μ’ ενθουσίασε.
Έγειρε προς το μέρος μου και ρώτησε,
αφήνοντας ένα ράθυμο ρέψιμο στη μύτη μου.
«Τι κάνεις εδώ εσύ;»
«Περιμένω τη σειρά μου, προηγούνται τα ψηλότερα παιδιά». Έβγαλε το περίστροφο και πυροβόλησε, έφαγε δυο-τρεις.
Αναστατώθηκα.
Πυροβόλησε ξανά.
Το ’βαλα στα πόδια, έτρεξα μακριά,
όπως οι φιλελεύθεροι γιάπηδες ξοδεύουν χιλιόμετρα
στο διάδρομο γυμναστηρίου χωρίς να πηγαίνουν πουθενά.
Στην πραγματικότητα ήμουν ένα μικρό ανθρωπάκι,
ένας υποψήφιος δήμαρχος στην πόλη του Bella Tar
που τρέχει πάνω στην κάνη του όπλου προσπαθώντας να πιάσει
όλα τα χέρια που ζητωκραυγάζουν από κάτω.
0 βιολιστής όπλισε και πάλι. Τα χέρια σωριάστηκαν.
0 Θεός μ’ εμπιστεύεται.
Καβαλήσαμε το αλογάκι, προορισμός μας το Τορίνο.
Οι σφαίρες βρήκαν προσφιλή πίστα
τη χαίτη του κοκκινογένη ή αλλιώς Red Stone.
0 βιολιστής τραγουδά.

«Ω, πάνω στ’ αλογάκι
του Λούνα-Παρκ
το κεφάλι βουτηγμένο
στο μαλλί της γριάς

Ω,
ο βιολιστής στύβει
τη ζάχαρη στη γη μου

Ω,
και τα ρούχα μουγκά
και ο πόνος μουγκός
στάζουν πάνω μου
καλούπι ασπριτζή

Ω,
πλησιάζουμε την πόλη
τη γενναία

Ω,
ο Θεός μ’ εμπιστεύεται
με προκηρύξεις
μου μιλά
η ζωή μου όλη
μια σφαίρα

Ω,
ο Θεός συμφέρει

Ω…»
Τραγουδούσε και πυροβολούσε.
Ξαφνικά έβαλε το περίστροφο στο κεφάλι μου.
«Μη με σκοτώνετε Κύριε, σας παρακαλώ».
«Δε σε σκοτώνω, σε ψηλώνω».
ΜΠΑΜ
Δυο μέρες εξηγούσα στην ασφάλεια,
ότι η τρύπα στο κεφάλι μου είναι απ’ το τσιγκέλι
που με κρέμαγε ο πατέρας για να ψηλώσω.
ΜΠΑΜ
Το γράμμα που έφτασε στη φυλακή έλεγε:
«να τρως»

*Από τη συλλογή “Κούκος”, Εκδόσεις Θράκα, 2016.

Leave a comment