ΔΕΥΤΕΡΑ
ΑΝΤΙ ΠΡΟΛΟΓΟΥ
Παρόντες στην κατασκευή, ουδέποτε στην καθέλκυση των ονείρων
Ενώναμε τα χέρια σαν προσευχή
Τρέμοντας μη ραγίσει το κενό που πάντα ανάμεσα υπήρχε.
Και με το δάχτυλο πότε σε σημεία ευαίσθητα κι άλλοτε στη σκανδάλη
Πυροβολούσαμε αδιακρίτως σε ζωή και θάνατο.
Ύστερα με ολόφρεσκα πλενόμασταν φιλιά
και πηγαίνοντας στης γειτονιάς το βενζινάδικο
Γεμίζαμε ώς τη μέση, αφόρετες εμπειρίες και οράματα.
ΤΡΙΤΗ
ΤΟ ΕΝΤΥΠΩΜΑ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ ΣΟΥ
Μισοβαμμένα τα χείλη στο χρώμα του νερού
Τα μάτια σου φωτιά φωτίζουνε τη νύχτα
Καρφιά να κρεμάσω την ανάσα μου.
Κι ο έρωτας το άναμμα των αστεριών μ’ ένα φιλί
Ρούχο γεμάτο εικασίες
Όταν γυμνοί χαϊδευόμαστε από απόσταση.
ΤΕΤΑΡΤΗ
ΛΙΓΟ ΚΡΑΓΙΟΝ
Λίγο κραγιόν στάζουν τα χείλη από αγχόνες των παλιών μας ημερών.
Έχοντας από καιρό κερδίσει το πονόμιο της απώλειας
Τον αλαβάστρινο σκαλίζαμε χρόνο αγκαλιά
Μιας κι η παράσταση δεν είχε ακόμα ξεκινήσει
Και λυπόμασταν τους μοιραίους που δεν πρόσφεραν ποτέ ένα λουλούδι
Ή όσους δεν κράτησαν ένα σπίρτο ή ένα νόμισμα τρύπιο
Που έκαναν τη διαφορά στη ζωή ανάμεσα και το θάνατο.
Ένα όνειρο όλα τυλιγμένα σε μια στιγμή
Κι οι μνήμες πολυβολεία διάτρητα απ’ τις μέρες μας.
ΠΕΜΠΤΗ
ΠΑΝΤΑ ΑΥΡΙΑΝΟΙ
Για αντιπερισπασμό στη μοναξιά ριψοκίνδυνα σκαλίζαμε το σκοτάδι
Μαθήματα επιβίωσης σε κόκκινους ανάμεσα κι ερεθισμένους καρχαρίες
Ένα γράμμα περιμένοντας ή ένα πουλί
Ή μια ρυτίδα έστω ν’ αναρριγήσει στ’ ανέκφραστα πια πρόσωπά μας
Και ολόισιες τραβούσαμε μαύρες γραμμές
Θέλοντας να φυλακίσουμε για πάντα τα φιλιά που μας σημάδεψαν.
Ύστερα ξαπλωμένοι στο απόλυτο βάθος μιας κρυμμένης πληγής
Αναρωτιόμασταν αν χωρά τόση ευτυχία σ’ ένα δάκρυ
και το περιβραχιόνιο φορώντας της αμαρτίας
Σκορπίζαμε μ’ ένα χαμόγελο την ασήκωτη σκόνη του χρόνου.
ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ
ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ ΤΗΣ ΣΕΛΗΝΗΣ
Ταΐζαμε με υπομονή τα ξεχασμένα κεραμίδια
Τα πουλιά βλέπεις είχαν φύγει απο καιρό
Χαϊδεύαμε τα βουρκωμένα κυπαρίσσια της καρδιάς μας
Βαφτίζοντας τα κατάρτια στα πλοία της αναζήτησης.
Αλκοολικοί εκ γενετής σ’ έναν κόσμο σκοτεινό και αφόρητο
Μεθούσαμε ασταμάτητα περιμένοντας να χαρούμε μια σταγόνα φωτός
Κωπηλατώντας περιχαρείς στο τελευταίο τέταρτο της σελήνης
Καθώς μέσα από κυματισμούς ματιών και νευμάτων
Καταστρέφαμε εκμαγεία παλιά και χάλκινα πρόσωπα
Που ανενόχλητα από καιρό βίαζαν τα όνειρά μας.
Ύστερα σε φυλακές μας έκλεισαν υψίστης ασφαλείας
Με την κατηγιορία ότι κλέψαμε λιγάκι απ’ τον ορίζοντα.
ΣΑΒΒΑΤΟ
ΤΟ ΒΑΨΙΜΟ ΤΟΥ ΑΠΕΙΡΟΥ
Τα σύννεφα ανοιγόκλειναν το στόμα τους καταπίνοντας λίγο λίγο τον ήλιο
Διατηρώντας μια στάση ερωτική και μια ικμάδα αξιοπρέπειας
Εμείς αυτοεξόριστοι στις ερήμους της σκέψης και στα παιχνίδια του μυαλού
Με τα φτερά φορτωμένα τις προσωπικές μας εμπειρίες
Με χαμόγελο δραπετεύαμε πλατύ απ’ τα βασανιστήρια της σάρκας
Καινούργιους υπογράφοντας ρόλους για την υπόλοιπη διαδρομή μας.
Ερωτευμένοι απ’ της ζωής τα αναπάντητα ερωτήματα
Αφήναμε πάντα στη μέση το βάψιμο του απείρου.
ΚΥΡΙΑΚΗ
ΑΦΥΠΝΙΣΗ ΤΩΝ ΑΙΣΘΗΣΕΩΝ
Κάθε ταξίδι μελαγχολία επιστροφής και φιλί της ανάγκης
Η πόλη έκρυβε πίσω από δαιδαλώδη φώτα την ντροπή της
Η ζωή έβρεχε διάφορα χρώματα, βαθυκόκκινη προσμονή
Μα εμείς βρεγμένοι ώς το κόκκαλο άλλοτε νικητές κάποτε ηττημένοι
Σκοπεύαμε χωρίς σταματημό προσπαθώντας να πετύχουμε το αδιανόητο.
Μαγεμένοι απ’ την ανάγκη της ατομικής μετουσίωσης
Χειρκροτούσαμε δυνατά στο σκοτάδι
Κερδίζοντας χρόνο και παράγοντας φως
Με μάτια γελαστά και χέρια δακρυσμένα.
Έχοντας εξοστρακίσει στην άβυσσο τα άνθη του παρελθόντος
Ξυπνούσαμε σε μια θυμέλη άγνωση ώς τώρα
Όλες τις μουδιασμένες μας αισθήσεις.
*Η συλλογή “Οι εφτά καινούργιες μέρες” τυπώθηκε τον Μάρτη του 2015 για τις Εκδόσεις “Ένεκεν”, ένθετο στο τεύχος 35 του περιοδικού, σε επιμέλεια Γιώργου Γιαννόπουλου.
