Άρχισαν ξαφνικά να αποκτάνε άλλα πέλματα. Kάποιοι οπλές αλόγου, κάποιοι γαιδάρου. Kάποιοι φορούσαν παπούτσια με φτερά και επωνυμία, κάποιοι μεμβράνες χήνας ή πάπιας. Ο καθένας και η επιλογή του. Ο καθένας και η επιβολή του. Με τρόπο που απαντάται σε άλλα βιβλία και μύθους πέρασαν ωκεανό, μερικώς παγωμένο. Σχεδόν ακροπάτησαν. Έφθασαν σε ήπειρο που δεν είχε ανακαλυφθεί. Απάτητη γη και εύφορη. Όλοι πήραν στο πρόσωπο αντίστοιχη μορφή πατούσας. Δηλαδή τα πόδια αλόγου, μούρη αλογίσια, τα πέλματα πάπιας, πρόσωπο πάπιας.Τα φτερωτά παπούτσια μορφή καγκουρό και ούτω καθεξής. Μόνο το ενδιάμεσο σώμα, οι κορμοί με όλα τα σπλάχνα και το συναίσθημα έμειναν ανθρώπινα κι εκτεθειμένα στην ζέστη. Μη έχοντες τίποτα άλλο να καταβροχθίσουν τον πρώτο καιρό της αποικίας, έτρωγαν ο ένας το ανθρώπινο κομμάτι του άλλου. Έτσι απότομα. Καθώς αγκαλιάζονταν. Καθώς συναντιούνταν. Και κόντυναν με τρόπο αφύσικο τα πλάσματα αυτά και δημιουργήθηκαν ζώα άλλης κατηγορίας, τεντώθηκε η βαθμίδα εξέλιξης στα όρια. Κανείς δεν έκανε όμως λόγο για παλινδρόμηση. Μέτρο σύγκρισης κανένα πλέον δεν είχαν. Κι έγιναν πλάσματα μόνο με κεφάλι χέρια και πόδια. Κι έγειραν πάνω στην νέα τους ύπαρξη με απορία. Για όποια παλιότερη ανθρώπινη εκχύμωση έβαλαν βδέλλες. Ρούφηξαν μνήμες. Και ξεκίνησαν στεγνά τη νέα τους κοινωνία. Και κατασκήνωσαν. Κι έφτιαξαν κοινότητα. Και αφού δεν είχαν τι άλλο να φάνε, καλλιέργησαν. Κι άδειαζαν από τα δέντρα φρούτα και από την θάλασσα ψάρια. Τίποτα δεν μπορούσαν να νιώσουν. Σχεδόν ούτε πείνα. Κι έτρωγαν σπάνια. Και διήρκησαν χρόνια.
Κάποτε ανακάλυψαν έναν βόα που για χρόνια τον νόμιζαν κορμό δέντρου αφυδατωμένο. Και τον ξετύλιξαν με αγωνία. Και διαπίστωσαν πως ξεπερνά κάθε αξίωση δεινοσαύρου και κάθε όριο ιμπεριαλιστικής απλωσιάς. Και χάρηκαν.
Και με αυτόν περιχαράκωσαν τη νέα ήπειρο. Τον έκαναν τείχος σε γεωγραφικό πλάτος με τρόπο περίτεχνο και αυτονόητο. Έπειτα ανέβηκαν σε ψηλή κορυφή. Πιάστηκαν από κάποια πουλιά- ξεχασμένα απομεινάρια δεινοσαύρων- κι έβγαλαν αεροφωτογραφίες. Κι έφτιαξαν χάρτη για μια ήπειρο που έλαβε χώρα κι αργότερα όνομα: europia. Και από τον χάρτη προήλθαν αντίτυπα όπου πάνω σχεδίαζαν στίχους και βέλη και σήματα μορς. Και τα έστειλαν με πτηνά δεινοσαύρων σε άλλους πολιτισμούς. Καλούσαν ανθρώπους να φτιάξουν ξανά το θυμικό και το επίπεδο αίσθημα. Χωρίς κανιβαλισμό θα τους αντιμετώπιζαν. Δύο κάποιους με ευγένεια θα θυσίαζαν για να μεταμοσχεύσουν πάλι εσωτερικότητα και περίγραμμα. Και θα πορεύονταν εκ νέου. Γιατί τόσα χρόνια έχασαν μορφή και ως ζώα και ως άνθρωποι. Και το κατάλαβαν. Και θύμωσαν. Και θέλησαν.
Επί χρόνια είχαν καλή οικονομία βασισμένη στις πέτρες –εξοστρακισμό και λιθοβολισμό κανένα δεν έκαναν-κι ασχολίες είχαν μετρημένες στο ήμισυ από τα δάχτυλα που ο καθένας στα πόδια του είχε. Και περνούσε ο καιρός κι έτρεφαν τον βόα περιτοίχισμα με φύλλα δέντρων και καλαμιές. Κι ο βόας μεγάλωνε. Ούτε ένα μπαομπάμπ υπήρξε ποτέ ούτε ένας ελέφαντας αλλά και τα ζώα δεν είχαν μνήμη για να επινοήσουν σαμάνο ή παιδί. Αρκούνταν στην κατά περίπτωση αιρετή ηγεσία κάποιου άλλου ζώου. Μάλλον του πιο μοχθηρού. Τα βράδια ροχάλιζαν ήσυχα. Ζωύφια κουνούπια και μύγες δεν αναπτύχθηκαν ιδιαίτερα. Ούτε σεισμοί, καφενεία, δρόμοι, πλατείες. Μόνο βρύα λειχήνες και μύκητες. Κάθε υβρίδιο ούτε στα νύχια μεγάλωνε ούτε στα μαλλιά ούτε στην σκέψη. Και συνέχισαν να μην πεινούν και να μην αισθάνονται.
Όμως ένα βράδυ ο ουρακοτάγκος -ο πιο κοντός του κόσμου- έκοψε κι έφαγε ένα κομμάτι από την ουρά του βόα. Κι ακολούθησαν κι άλλα βράδια κι άλλα ζώα που έκαναν το ίδιο.
Και σιγά σιγά άρχισαν να νιώθουν κυρίως πείνα κι έπειτα επιθυμία. Και σιγά σιγά αφαιρούσαν σώμα κι εμβαδό από τον βόα.
Έφθασαν άνθρωποι σε κείνον τον τόπο μετά από τα σήματα μορς και τους στίχους. Προσπάθησαν να μπουν στο νέο κομμάτι του χάρτη. Βρήκαν είσοδο στα κομμάτια του βόα που έλειπαν. Φοβήθηκαν τα υβρίδια τους ανθρώπους. Είχαν ξεχάσει πως είχαν σώμα και συναίσθημα. Και ζήλεψαν.
Θυσίασαν δυο ανθρώπους με ευγένεια και ανάγκη κι άρχισαν να κολλάνε σάρκα ανάμεσα στα πάνω και κάτω άκρα. Η οργανογένεση θα συνέβαινε μόνη της, εν μια νυκτί, όπως συμβαίνουν οι μεγάλες καταστροφές και δημιουργίες.
Από πόνο γάγγραινας ξύπνησε ο βόας ενώ είχε περάσει μέρες αποχαυνωτικής ηρεμίας. Είδε την μόλυνση και θύμωσε. Άνοιξε το στόμα και κατάπιε το υπόλοιπο του σώματός του. Κι αφού έπαψε να είναι σχήμα στον χάρτη, απέκτησε κίνηση. Καταβρόχθισε όλα τα υβρίδια ζώα, όλες τις βαθμίδες εξέλιξης, την ιστορία και την οικονομία εκείνης της γης. Όταν είδε να καταφθάνουν ορδές από πλοία με ανθρώπους, τόσο βαρύς και μπερδεμένος ήταν από το φαγοπότι του, που με ένα τίναγμα τους έπνιξε όλους. Κανείς δεν ξαναφάνηκε ποτέ. Ο βόας τυλίχθηκε γύρω από τον κορμό του βουνού γιατί ο ωκεανός τριγύρω άρχισε να εξαφανίζει εκείνον τον τόπο. Από ελάχιστο σεισμό ξέρασε ένα βράδυ ένα κομμάτι ανθρώπινης σάρκας-το τελευταίο ποτλάτς εκείνης της γης- στο έδαφος. Και κοιμήθηκε μέχρι θανάτου.
Οι μύκητες και η θεά μούχλα ξέρουν πάντα να κάνουν καλά την δουλειά τους .Εκείνο το κομμάτι έγινε ο πρώτος δεινόσαυρος με κεφάλι ανθρώπου και δόντια καρχαρία. Απροσδιόριστης ράτσας αντοχής και ποιότητας. ‘Ισως τυραννόσαυρος σε ανάπτυξη. Ίσως κατηγορία από μόνος του.
Έχει πέλμα αρπακτικού.
Και για σπασουάρ μια φαρδιά ευρωζώνη που πάντα βρωμάει
