κυριακή
περίεργα πρόσωπα έχουν οι άνθρωποι αυτής της Κυριακής.
σαν όλοι να ξέρουν κάτι που δε μου έχουν πει.
σα να συνωμοτούν χωρίς εμένα.
περίεργα πρόσωπα έχουν οι άνθρωποι της Κυριακής.
σαν να ‘δαν κάτι που εγώ δεν έχω δει.
ίσως είναι που έχουν τόσα χρώματά πάνω τους
και φαίνονται κάπως γιορτινοί
ενώ εγώ πάντα άσπρη και χλωμή.
σαν να ‘ναι η πρώτη Κυριακή που βγήκα στη ζωή
και μοιάζω μόνο με καμβά μπροστά σε πίνακες
ολοκληρωμένους.
***
άτολμες μέρες
κουμπιά κουμπώνουν τις μέρες
να μη κρυώνουν
να μη δραπετεύσουν τυλιγμένες στο πλεκτό.
πώς χάνεται ο ήλιος μεσ’ στις φλέβες μου
και καίει το αίμα το μυαλό μου!
με σταθερή φωνή πυρπολώ τις ντροπές σας
δεν το γνωρίζω το σώμα αυτών των ημερών
-ίσως δε διαγράφει τις γωνίες που γνώρισα αυτή η φορεσιά τους-
περνάω μέσα απ’ τις κλωστές
καβαλάω την τεράστια μύγα
και δραπετεύω απ’ τις γρίλιες του παραθύρου σας.
***
εγκλωβισμός
ο ουρανός μπλε χιονοστιβάδα με πλακώνει.
τι στενόχωρα είναι εδώ
μόλις σηκώνομαι χτυπάω το κεφάλι μου στον ουρανό
και πέφτω.
οι γύρω άνθρωποι γύρω τείχη
σκοντάφτω πάνω τους
σκοντάφτω μέσα μου
“ολόκληρα τείχη δεν τα είδες;”
με κλείνουν
και ξαναπέφτω
***
κάθε τώρα
και μια νέα αρχή.
μετέωρη χρόνια περιμένω κάθε τώρα.
απόκομμα αναμονής
όντας στο τέλος μια ουράς θέλω και περιμένω;
βγάζω το δέρμα μου
με αγάπη για την καταστροφή
να ντύσω ανθρώπους που με πίστεψαν
τις κρύες μέρες τις χειμερινές
να μην κρυώνουν
-ύστατο ευγνωμοσύνης δώρο-
μύες τένοντες σε χρώμα πορφυρό
θα ‘ναι από εδώ και πέρα το εγώ μου.
σε κόσμο ανάμεσα για πρόκληση θα περιφέρω
ωσάν σηματοδότη
τάχα της αποκάλυψης
που προσβάλλει τη δημόσια αιδώ.
κι εκεί που η κοινωνία θα αναμένει
να δει κάποιον θεό της
ο κρότος μίας έκρηξης
-εναρκτήριο σήμα-
θα μας αναβαθμίζει.
“έτοιμοι” θα ακουστεί από δικό μας στόμα.
και το αίμα μας
-μάλλον- το δικό μας
θα είναι ο φορέας
της δικής μας
αυτής
αποκάλυψης.
*Από τη συλλογή “δημιουργικό μηδέν”.
