Μιχαὴλ Μήτρας
Ἡ ἐκδοχὴ μιᾶς συνάντησης
ΗΜΕΡΑ βροχερὴ μὲ γκρίζο φῶς πίσω ἀπ’ τὸ τζάμι τῆς καφετέριας
Βγάζοντας ἀργὰ τὰ μαῦρα της γάντια τὸν κοίταξε
Ἕνας ἀδέξιος διάλογος μὲ διαστήματα σιωπῆς καὶ βλέμματα
Στὸ φλυτζάνι πάγωνε τὸ τσάι, μὲ χρῶμα ποὺ σκούραινε
Ἕνας συνεχὴς θόρυβος: συνομιλίες, σερβιρίσματα, τηλεοπτικὸ ρεπορτὰζ γιὰ τὸν πόλεμο, κινητὰ τηλέφωνα, μαρσάρισμα μοτοσυκλέτας
«Δὲν εἶναι αὐτὸ ποὺ νομίζεις», τοῦ εἶπε χαμηλόφωνα
Ἔνιωσε σὰν νὰ βρισκόταν σὲ ἄδειο δωμάτιο
Πρὸς στιγμὴν τράβηξε τὴν προσοχή του ἡ πρωτοσέλιδη εἴδηση τῆς ἐφημερίδας ποὺ διάβαζε κάποιος δίπλα τους
Μιὰ φωτεινὴ λωρίδα στὸ δάπεδο
Ὅπως ἡ αἰφνιδιαστικὴ ἀνάμνηση ἑνὸς γεγονότος: πρὶν δεκαοκτὼ χρόνια σὲ ὑπεραστικὸ λεωφορεῖο, διασχίζοντας τὸ ὀρεινὸ τοπίο ἑνὸς νησιοῦ καθὼς τέλειωνε τὸ καλοκαίρι
Ἀπὸ τὴν τσάντα ἔβγαλε τὸ κραγιὸν κι ἄρχισε νὰ βάφει τὰ χείλη της, κλείνοντας τὰ μάτια
Καθὼς ἡ πόλη ἔπαιρνε τὴ νυχτερινή της ὄψη
Τὸ πρωὶ τῆς ἴδιας μέρας στὴν μπὲζ ἀτμόσφαιρα τοῦ γραφείου, ὅταν τῆς τηλεφώνησε…
View original post 185 more words
