Ειρηναίος Μαράκης, Δύο ποιήματα

2

Tα τείχη της ντροπής

Στην Ν.Κ., για άλλη μια φορά

ενός λεπτού σιγή

ενός λεπτού σφαγή

τα τείχη γκρεμίζονται απόψε

τα τείχη της ντροπής

ήρθαν οι βάρβαροι

ήρθαν οι σωτήρες

οι πολιτικοί αναμορφωτές

οι πολιτικοί έμποροι

κι εσύ αναρωτιέσαι

γιατί αυτός ο τόπος

μελαγχόλησε

κι εγώ να επιμένω

πως αυτός ο τόπος

δεν παραδόθηκε

την οργή του ακονίζει

στην ουρά της εφορίας

και στις φτωχογειτονιές.

Μάης 2016

***

3

Το πρακτορείο

Στον Νίκο Γκάτσο

Μπουζούκι, κιθάρα, πιάνο, ακορντεόν

τσιγάρο να καίει τα δάχτυλα, βραχνή φωνή

το καπέλο να κρύβει το θολωμένο βλέμμα σου

ένας καθρέφτης και το πρόσωπο μισό

αέρας να μπαίνει απ΄το τρύπιο παράθυρο

αργεί το τρένο και κουράζει η βάρδια

σ΄ένα έρημο πρακτορείο

έξω βροχή, κρύο, παγωνιά

σκυλιά να αλυχτούν τους μοναχικούς διαβάτες

και πρόσφυγες με τη ζωή τους στην πλάτη

με μικρά παιδιά γυμνά, ματωμένα και άρρωστα

να ζητιανεύουν λίγο ψωμί και γάλα

μπροστά από σιδερόφραχτες πόρτες

από σπίτια ασβεστωμένα και βιοτεχνίες

αφού η αξιοπρέπειά τους πουλήθηκε μισοτιμής

στα παζάρια και σε ύποπτες συναλλαγές

ενώ ένας παπάς, πιο νεκρός κι απ΄τους νεκρούς
δοξάζει έναν άγνωστο Θεό, προσμένοντας σωτηρία

ενώ οι κάτοικοι της μικρής πολιτείας

με προτροπή του δικού τους παπά

οργανώνουν φονική έξοδο

απέναντι στους μαύρους και τους λερούς

προστατεύοντας τα χωράφια τους

και την ανυπόταχτη πίστη τους

μπουζούκι, κιθάρα, πιάνο, ακορντεόν

τσιγάρο να καίει τα δάχτυλα, βραχνή φωνή

γράφεις, σβήνεις, ξαναγράφεις

πάνω σε ένα παλιό χασαπόχαρτο

νότες και τραγούδια της λησμονιάς

και οι φλόγες σβήνουν τις αναμνήσεις της πόλης,

στη θάλασσα, που ανήκει πια σε εμπόρους διεθνείς

τα πτώματα αναδύονται σαν άλλη γοργόνα

και ρωτούν: ζει η ανθρωπότητα; ζει;

κι ύστερα, δίχως να πάρουν απάντηση

επιστρέφουν στα υγρά σκοτάδια τους

κι ο Παναγής σκότωσε τη γυναίκα του

στα μάτια μπροστά της μικρής κόρης

αλλά κανείς δεν μίλησε, δεν διαμαρτυρήθηκε,

ήταν γείτονας καλός, τίμιος

με το μέτωπο καθαρό, δήλωναν,

την ίδια στιγμή μια ομάδα ξυρισμένων

με παντελόνια στα χακί και τρύπιες αρβύλες

συγκέντρωνε γυναικόπαιδα στην πλατεία
μπουζούκι, κιθάρα, πιάνο, ακορντεόν

τσιγάρο να καίει τα δάχτυλα, βραχνή φωνή

και δεν έχουν ποτέ τελειωμό

τα πάθια κι οι καημοί του κόσμου

φωνάζει η γρια-Ιστορία, γελώντας στραβά

και ράβοντας φανέλες για μια ανύπαρκτη γενιά

δώρα θανάτου υφαίνοντας με τρεμάμενο χέρι

ξεχνώντας, η άθλια, ότι ακόμα και στο σκοτάδι

το φως θα ανθίσει

μπουζούκι, κιθάρα, πιάνο, ακορντεόν

τσιγάρο να καίει τα δάχτυλα, βραχνή φωνή

το βλέμμα μισό και δακρυσμένο

θυμάσαι, σαββατόβραδο στην Καισαριανή

ο δρόμος κόκκινος απ΄το αίμα

να ποτίζει τη γη, λουλούδια να φυτρώσουν
αόρατα χέρια συνθήματα να γράψουν στους τοίχους

για την ελπίδα, τον έρωτα, τον αγώνα

μπουζούκι, κιθάρα, πιάνο, ακορντεόν

τσιγάρο να καίει τα δάχτυλα, βραχνή φωνή

βρέχει στη φτωχογειτονιά

και οι γυναίκες στήνουν χορό σε ανήλιαγα στενά

σε σπίτια χαμηλά

κι εσύ περιμένεις

αργεί το τρένο και κουράζει η βάρδια

σ΄ένα έρημο πρακτορείο

η μουσική μόνη παρηγοριά σου

στις μέρες που φεύγουν βαριές

και στις νύχτες που στάζουν φαρμάκι

περιμένοντας την αλλαγή που το τρένο θα φέρει

και το τρένο θα είναι κόκκινο

ζωή να δώσει στο έρημο πρακτορείο.

Απρίλιος 2014

Leave a comment