Απώλεια
ΕΚΕΙ ΜΙΑ ΕΛΙΑ.
Ο ήλιος επάνω.
Σκιά από κάτω.
Στέκει ο στρατιώτης με μάγια βουρκωμένα.
Κοιτά την ελιά, κοιτά τον ήλιο, κοιτά το χώμα.
Εκεί μια ελιά,
Εκεί ο ήλιος.
Εκεί το χώμα που έγινε ένα με το στρατιώτη.
Εκεί κάτι που γυαλίζει
Εκεί κάπου χάνεται εκείνο που δε γνώρισε.
Εκεί η ελιά.
Εκεί ο άνθρωπος εξευτελίστηκε.
και αρνήθηκε ν’ ανασαίνει.
***
Χωρίς Όνομα
ΣΤΗ ΔΙΑΣΤΑΥΡΩΣΗ φανάρια ανάβουν,
σίδερα ξεκινούν.
Φανάρια ανάβουν,
άνθρωποι προχωρούν.
Είναι η διασταύρωση λογικού παράλογου.
Στρατιώτες βαδίζουν πολλοί,
σημασία κανείς.
Μια φωνή ακούγεται.
Εφιαλτική σκηνή.
Εν, δύο, τρία… Αλτ!
Κλίνετε επ’ αριστερά και δεξιά.
Προσοχή!
Ο εχθρός… Πυρ.
Αίμα.
Αίμα γέμισε η φανέλα του στρατιώτη.
Ήταν ο 173/6852/13 τόσο.
***
Δειλινό
Η ΚΟΠΕΛΑ ΦΙΛΑΕΙ το αγόρι.
Το αγόρι φιλάει την κοπέλα.
Ο ήλιος δύει.
Δυο πουλιά πετούν.
Τα πρόσωπα των παιδιών από αγάπη φωτίζουν.
***
Καραβάνι
ΚΟΡΑΚΙΑ ορμούν.
Το σώμα με το ράμφος τρυπούν.
Αίμα απομυζούν.
Η δουλειά σίγασε σαν την πρωινή βροχή.
Η ζωή πέρασε ξαφνικά σαν αστραπή
μέσα στο καραβάνι που βρίσκεται στο δρόμο δίχως τέλος
και αρχή.
***
Διαμελισμός
ΚΡΕΜΑΣΜΕΝΕΣ ΣΗΜΑΙΕΣ στους εξώστες
κραυγάζουν το διαμελισμό της γης.
Άγνωστες πατρίδες κομμάτια
στα πυροβόλα του αλόγιστου κέρδους.
Πιες μια κόκα-κόλα.
Ζήσε και συ περήφανα.
Ο απόηχος κάποιας τουφεκιάς.
Σκέφτεσαι.
Φαινόταν ύποπτος, είπαν.
***
Ξεχασμένος
Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΔΙΑΧΥΤΟΣ στα κουφάρια των σκιωδών δρόμων.
Σύριγγες σπασμένες στο διαμέρισμα της φωνής του ανέμου.
Ξεχασμένοι επαναστάτες στην Καταλονία.
στέκουν σε πολεμίστρες αραβικών κάστρων.
Χάθηκε η πορεία στις κατοχυρωμένες σελίδες της ιστορίας.
***
Καθημερινές Στιγμές
ΤΟ ΜΠΡΙΚΙ ψήνει τον καφέ.
Το άχνισμά του διαλύεται στον αέρα
που μπαίνει από το ανοιχτό παράθυρο της κουζίνας.
Δύο επί τρία,
κάθε πρωί φαίνεται όλο και πιο μικρή.
Σαν τα μπρίκια των πειρατών σε θάλασσες αφρισμένες
να κουρσεύουν φρεγάτες πριγκίπων.
Ο κλοιός μικραίνει.
Τα λάφυρα αποδεικνύονται λίγα μπρος στη φαντασία του πριν.
Στο γιαπί της γωνίας τσιμεντοσακούλες
ζεσταίνουν τα ξυλιασμένα ρούχα των εργατών.
Κρύο δυνατό τούτο το Γενάρη.
Φιγούρες βιαστικές.
Περπατήγματα στις πλάκες του πεζοδρομίου
και ο θόρυβος των φρένων του λεωφορείου.
Καθημερινές στιγμές.
Στέκομαι μπρος στον καθρέφτη με το νερό να μου παγώνει τα χέρια.
Φραπ… Φρουπ… Φραπ.
Οι τσίμπλες έχουν φύγει.
Βλώπω καθαρά τη διαδρομή της ζωής και του θανάτου.
Καθημερινές στιγμές ζωγραφίζουν
τον άπειρο πίνακα του γίγνεσαι.
***
Ο Τρελός
ΜΙΑ ΠΟΛΗ, θα μου πείτε, είναι μια πόλη.
Σε αυτήν όμως το βουνό ανατολικά
φαντάζει σαν εκείνους τους ασιατικούς δράκους,
έτοιμο να την καταβροχθίσει,
και η θάλασσα πρησμένη στα δυτικά της
να πλέουν τράτες και θαλασσοπούλια.
Οι παλαιότεροι στους καφενέδες διηγούνται ιστορίες,
περασμένα γεγονότα
για κρεμασμένους και Ινχδούς με τεράστια σπαθιά.
Υπάρχει και ένας μύθος για ένα γερο-τρελό.
Μπορεί και να μην ήταν, λέγανε.
Όταν σουρούπωνε,
έβγαινε με δυο κουβάδες σκουριασμένους στην επάνω πόλη
και έψαχνε μανιωδώς στα σοκάκια.
Κατηφορίζοντας σιγά σιγά στους δρόμους της κάτω πόλης
που έμοιαζαν δέρμα κατεργασμένο,
μονολογούσε για κάτι μυαλά δυστυχισμένα,
σκορπισμένα στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα.
Αυτά μαζεύει στους κουβάδες του
για να μην τα πάρουν οι τοκογλύφοι.
Οι κουβάδες πάντα αδειανοί.
Καμιά ακρίδα στριφογυρνούσε μέσα.
Μα ο τρελός έλεγε ότι τα μυαλά ξεχείλιζαν στους κουβάδες του.
Κοχλάζανε βγάζοντας αφρους.
Φώναζε κοιτάζοντας γυρω του.
τα μάτια του σπίθες, άστρα παράξενα.
Φώναζε για τα καλύτερα μυαλά της εποχής του.
Οι περαστικοί χαμογέλαγαν πλάγια στον κεντρικό δρόμο.
Η καρδιά του σε συνεχή αιμορραγία
από του κόσμου το παράλογο.
Δεν άντεξε πολύ.
Βρέθηκε παγωμένος ένα πρωί κοντά στο άγαλμα της πλατείας.
Κράταγε σφιχτά τους κουβάδες του.
Με μια ακρίδα στον έναν να χοροπηδάει,
στον άλλον, τον δίχως πάτο, το χάος του είναι.
***
Λευκό Ποίημα
ΟΤΑΝ Η ΒΡΟΧΗ ΧΤΥΠΑΕΙ το πρόσωπο με μανία
και ο ουρανός είναι μολυβένιος,
λες και έχει φάει γροθιά στο στομάχι,
ακούγεται το ανεξήγητο μουρμουρητό
στους παγωμένους διαδρόμους των ανθρωπίνων σχέσεων.
Το τρίξιμο των πάγων στο λευκό ποίημα της άγνοιας.
Τα μάτια σπίθες σμυριγλιού ακονίζουν το μαχαίρι της τρέλας
βλέποντας τα πουλιά να λγοστεύουν στυς δύσκολους
καιρούς της σιωπής.
***
Φυγή
ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΟΝΑΧΗ στης νύχτας το χορό,
τραβάς φωτογραφία με φόντο το κόκκινο.
Ταμπούρλο σε γύφτικο ρυθμό.
Δάκρυα χαράζουν τη μορφή σου στου έρωτα το δρόμο.
Ανυψώνεσαι,
θανατώνεσαι,
πουλί σπάνιας μοναξιάς.
Γυναίκα μοναχή
στην τραγωδία του ζην
επικίνδυνα τεντώνεις τη φαντασία σου με μεταξένιες κλωστές.
Πολύχρωμα σχέδια ξεδιπλώνεις,
ώσπου να σε βρει το ξεμέρωμα στου δωματίου σου τη φυγή.
***
Σιγή
ΚΑΘΟΜΑΣΤΕ σιωπηλοί
γύρω από τη φωτιά καμένων ονείρων
καιι είναι η σιγή
δάκρυα εσπερινής βροχής στα θαμπωμένα τζάμια.
***
Στους Αγαπημένους Συντρόφους
ΧΕΡΟΥΒΕΙΜ άλλων πλανητών,
όνειρα – προσδοκίες – στόχοι,
δίκτυα της φαντασίας,
δραπέτευση απο την πεζή πραγματικότητα.
Ναι! Άγγελοι-αστράνθρωποι,
κομίσατε μηνύματα για την αλλαγή της μοίρας του κόσμου.
“Φύγατε νωρίς και ο θερισμός αργεί να ‘ρθει”.
Πριν το κλείσιμο της αυλαίας ήσασταν εκει.
Φτωχύναμε.
Μια θέση στην καρδιά αμς έχετε.
Παρόντες,
όταν ένα ποτήρι κρασί έρχεται να κατεβάσει τον κόμπο στο λαιμό.
Καλή αντάμωση στο αρχιπέλαγος των ψυχών.
***
Αεικίνητο
ΣΚΕΨΕΙΣ ΕΡΧΟΝΤΑΙ φεύγουν στο χωροχρόνο.
Οι καημοί των ανθρώπων το διάβα τους μαρτυρούν.
Ποιος, αλήθεια, νιώθει
το αεικίνητο της ιστορικότητάς μας στις καθημερινές στιγμές;
Ράισμα αγέρα
στα πρόσωπα πορευόμενων σ’ ένα ταξίδι στο άπειρο.
Για το γνώθι σεαυτόν;
*Από τη συλλογή “Των ονείρων τα χρώματα”, Εκδόσεις Βιβλιοπέλαγος, Αθήνα 2004.
