Χλόη Κουτσουμπέλη, Έξι ποιήματα σε δυο γλώσσες

Leonid Afremov, Oil painting

Leonid Afremov, Oil painting

ΑΝΤΙΓΟΝΗ



Πάντα κάτι ξεχνάει η Αντιγόνη, όταν φεύγει.

Ένα δαντελένιο γάντι στα μεταξωτά σεντόνια,

μιαν αχνιστή σταγόνα από λεμόνι

στο μάγουλο του φίλου,

ένα φευγαλέο άγγιγμα στο μπράτσο του εραστή,

ένα αποτύπωμα χειλιών στο πορσελάνινο φλιτζάνι

του τσαγιού που μισοπίνει βιαστικά.

Είναι η Αντιγόνη που ξεχνά,

το αραχνοΰφαντο μαντήλι μουσκεμένο

απ’ τα ξαφνικά δάκρυα της στιγμής

το ομπρελίνο της βαμμένο στα χρώματα

της εύθραυστης βροχής.

Είναι η Αντιγόνη που ξεχνά,

το φόρεμά της θροΐζει καθώς τρέχει,

η βεντάλια της αλλάζει εποχές.

Πάντα κάτι ξεχνάει η Αντιγόνη.

Γι’ αυτό και πάντα φεύγει.

Μόνο κάποιες νύχτες, αρχίζει κάτι να θυμάται,

φοράει την νεκρική της μάσκα,

ρίχνει στάχτη στα μαλλιά της,

θαμμένη στη σπηλιά της,

θρηνεί τους άταφους νεκρούς της.

ANTIGONE

Antigone always forgets something, when she leaves.
A lacy glove on the satin bed sheet,
a fresh lemon drop
on a friend’s cheek,
an elusive touch on a lover’s arm,
a lip-mark on a porcelain teacup
she hastily drinks.
It’s Antigone who forgets,
the delicate handkerchief moistened
with the sudden momentary tears,
her little umbrella dyed in the colours
of the fragile rain.
It’s Antigone who forgets,
her dress rustles as she walks,
her fan changes seasons.
There is always something Antigone forgets.
That is why she always leaves.
Yet certain nights, her memory returns;
she puts on her death-mask ,
sprinkles ashes on her hair,
and there, buried in her cave,
she mourns for all her dead people,
unburied.

***

ΧΡΟΝΟΣ



Και η στιγμή ένα γοργοπόδαρο ελάφι

που αφήνει πίσω του

μια βουρκωμένη, βελούδινη ματιά

πριν βουτήξει για πάντα στο κενό. 

TIME

And the moment, a swift-footed deer
that leaves a tearful, velvet glance
before leaping into the void forever.

***

Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΜΟΥ



Ο μπαμπάς μου φορούσε πάντα αδιάβροχο

και κρατούσε μια γκρίζα ομπρέλα για τον ήλιο,

αγαπούσε γυναίκες κι όλο έφευγε,

κι έπαιζε σε ταινίες κατασκόπων

τον ρόλο της κλειδαριάς στην πόρτα

ή του ανοιχτού παράθυρου

στη μέση μιας ερήμου.

Πολύ του άρεσαν πάντα τα καπέλα.

Η μαμά μου φορούσε όμορφα καπέλα.

με ζωντανά ακέφαλα παγόνια να μαλώνουν.

Ο αδελφός μου ήταν κύκνος,

κρυστάλλινος και διάφανος,

σε χίλιες δυο μεριές του ραγισμένος

και τόσο, μα τόσο ανυπεράσπιστος,

που πάντα έμπαινα στον πειρασμό

να τον ρίξω κάτω για να σπάσει.

Κι εγώ ήμουν αξιολάτρευτη,

στα άσπρα πάντοτε ντυμένη,

έτρωγα κέικ από μοναξιά,

σ’ ένα ετοιμόρροπο, καθόμουνα μπαλκόνι.

Υστερα η μαμά χάθηκε μες στον καθρέφτη,

ο μπαμπάς αγάπησε ένα πουλί και πέταξε,

ο αδελφός μου παντρεύτηκε την Νύχτα

και το μπαλκόνι μου κατέρρευσε στην θάλασσα.

Κι από όλη την οικογένειά μου

απόμεινε μόνο ένα άλμπουμ με σκιές

να κυνηγούν ατέρμονα η μια την άλλη μες στη νύχτα.


MY FAMILY

My father always wore a raincoat
and hold a grey umbrella for the sun,
he was fond of women and always left,
he liked to play in spy films
pretending to be a lock
or an open window in the middle of the desert.
He always liked hats.
My mother wore beautiful hats,
with headless peacocks fighting.
My brother was a swan,
crystal and transparent
cracked in a thousand pieces
and so defenseless
that I was tempted
to knock him down only to see him break.
And I was adorable
always dressed in white,
eating cake out of loneliness,
sitting on a rickety balcony.
Then, mother disappeared in a mirror,
father fell in love with a bird and flew away,
my brother took Night as his wife
and my balcony collapsed into the sea.
And what remains of my family
is a photo album with shadows
who chase each other endlessly
all through the night.

***

ΠΑΡΤΙΔΑ ΣΚΑΚΙ

Καθίσαμε απέναντι.
Τα δικά μου πιόνια ήταν σύννεφα.
Τα δικά του σίδερο και χώμα.

Αυτός είχε τα μαύρα.

Σκληροί, γυαλιστεροί οι πύργοι του 

επιτέθηκαν με ορμή
ενώ η βασίλισσά μου

ξεντυνόταν στο σκοτάδι.

Ήταν καλός αντίπαλος,

προέβλεπε κάθε μου κίνηση

πριν καλά καλά ακόμα την σκεφτώ

κι εγώ παρόλα αυτά την έκανα,

με την ήρεμη εγκατάλειψη αυτού

που βαδίζει στον χαμό του.

Στο τέλος τέλος ίσως με γοήτευε

το πόσο γρήγορα εξόντωσε τους στρατιώτες

τους αξιωματικούς, τους πύργους, τα οχυρά,

τις γέφυρες, τον βασιλιά τον ίδιο

πόσο εύκολα διαπέρασε, εισχώρησε και άλωσε
βασίλεια ολόκληρα αρχαίας σιωπής

και πως αιχμαλώτισε εκείνη την βασίλισσα από νεραιδοκλωστή

που τόσο της άρεσε να διαφεύγει

με πειρατικά καράβια

στις χώρες του ποτέ.

Ναι, ομολογώ ότι γνώριζα από πριν πως θα νικήσει.

Άλλωστε γι’ αυτό έπαιξα μαζί του.



Γιατί, έστω και μία φορά, μες στη ζωή

αξίζει κανείς να παίζει για να χάσει.

A GAME OF CHESS

We took our places.
My pawns were clouds.
His were iron and soil.
He had the black ones.
His castles, tough and shiny,
attacked me fiercely
while my queen
was undressing in the dark.
He was a good opponent,
foresaw every move of mine
before I even thought of it
and yet I made my move,
with the serene abandonment
of someone who is about to die.
After all, what did attract me
was how quickly he eliminated the soldiers,
the knights, the castles, the pawns,
the bridges, the king himself
how easily he penetrated, entered and besieged
all the kingdoms of ancient silence
and how he captured that queen made of fairy-thread,
who so enjoyed escaping
on pirate ships to the Nevererland.
Yes, I admit it, I knew beforehand he was going to win.
That was the reason I played with him.
Because, even once in a lifetime,
it’s worth playing in order to lose.

***

ΟΝΕΙΡΟΚΡΙΤΗΣ


Αν μυρίσετε στον ύπνο σας κανέλα 

κάποιος θα σας φιλήσει στο σκοτάδι,

αν δείτε σαύρα να λιάζεται στις πέτρες

αποφύγετε τους ξένους με τα ψηλά καπέλα,

αν ονειρευτείτε ασπρόμαυρο καράβι

και ανθρώπους να σας γνέφουν με μαντήλια

αγοράστε ένα λαχείο,

δεν έχετε πια τίποτε να χάσετε.

Έτσι κι αλλιώς 

τα όνειρα δεν έχουν γραμματόσημο

ο αποστολέας είναι άγνωστος
κι ο παραλήπτης λάθος.

Αν κάποιο βράδυ δείτε το δικό μου όνειρο

σημαίνει απλώς πως περπατάτε σε θυμάρι

ή κυνηγάτε μικρά χελιδονόψαρα

ή πως είστε ένας τρελός που ακόμα ελπίζει.

Κρύψτε το άφοβα κάτω απ’ το κρεβάτι.

Τα ποιήματα των άλλων σπάνια είναι επικίνδυνα
για μας.

A KEY TO DREAMS

If you smell cinnamon in your dream
someone will kiss you in the dark,
if you see a lizard basking on the stones
avoid strangers with tall hats,
if you dream of a black and white boat
and people beckoning you with handkerchiefs
buy a lottery,
you have nothing to lose.
One way or other
dreams have no stamps
the sender is unknown
and the receiver false.
If you see my dream one night
it merely means that you walk on thyme
or that you are chasing little flying fish
or that you are a loony who still hopes.
Bury it under your bed without fear.
Other peoples’ poems are rarely dangerous for us.

***

ΑΡΧΑΙΟ ΚΟΣΜΗΜΑ (ΜΟΥΣΕΙΟ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ)

Δυο μέλισσες
ηλιοστάλακτες
ενωμένες,
ακατάλυτα,
τελεσίδικα,
διαχρονικά,
προαιώνια ιεροτελεστία
να μεταφέρουν μία σταγόνα μέλι στην κυψέλη.

Και κάθε άλλο ποίημα για αγάπη
ξεθωριάζει

ANCIENT JEWEL (HERACLION MUSEUM)

Two bees
Dripping sunshine

(Combined
In a
fierce
irreversible
perennial way,
a timeless ritual)

carry a honey drop to the hive

and every other poem about love
fades away.

*English translations Toula Papapanou.

Leave a comment