Γ. Π. Παν., Ο εργάτης
Σηκώνομαι κάθε πρωί
Δυο ώραις πριν να φέξη
Κι αν είνε έξω παγωνιά
Ή πρόκειται να βρέξη
Εγώ τα εργαλεία μου
Φορτώνουμαι στον ώμο
Κρεμμύδι και ξερό ψωμί
Και δρόμο, δρόμο, δρόμο
Πάω να πιάσω τη δουλειά
Να σκάψω να ποτίσω
Να σπάσω σίδερα βαριά
Πέτρες να κουβαλήσω
Ως να βραδιάση στα γερά
Εις τη δουλειά πεθαίνω
Για ένα μονάχα ψωμί
Αχ! Την ψυχή μου βγαίνω
Στην πείνα θα πεθάνουμε
Εγώ κι’ η φαμελιά μου
Αν αρρωστήσω μια φορά
Και λείψω απ’ τη δουλειά μου
Αχ! Κι’ όσω βλέπω σαν περνώ
Το καθένα παλάτι
Και σκέπτομαι πως κτίσθηκε
Απ’ τα δικά μου πλάτη
Σαν βλέπω μεσ’ τα’ αμάξι αυτά
Ναν ξαπλωμένη μέσα
Του τραπεζίτη του τρανού
Η όμορφη μαιτρέσσα
*Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα “Σοσιαλιστής”, Νο 43, Αθήνα 7-11 Νοεμβρίου 1893.
Οι δέκα εντολές της εποχής μας
1
Το χρυσάφι πρώτα αγάπα, λάτρευέ το για Θεό σου,
έπειτα έχε το ασήμι για πλησίον κι αδελφό σου.
2
Τίμα πάντα τους γονείς σου, όταν έχουν να σ’ αφήσουν,
μια καλή κληρονομία, σαν εδώθε ξεπροβίσουν.
3
Βλέπεις άνθρωπο αφεύκτως ότι πνίγεται; Μη δώσεις
χέρι έξω ναν τον βγάλεις, πρώτα κάτι αν δεν σουφρώσεις.
4
Πρόσεξε εις τη ζωή σου να μην ψευδομαρτυρήσεις…
απ’ τον ψεύτικό σου όρκο πρώτα κάτι αν δεν κερδίσεις
5
Φύλαε πάντα της παρθένας την τιμή’ εκτός ανίσως
σ’ εμποδίζει ναν το κάνεις κέρδος, όρεξη ή μίσος.
6
Την πατρίδα σου αγάπα. Πρόσεξε μην την προδώσεις,
την τιμή της προδοσίας πριν στην τσέπη σακουλώσεις
7
Λήστευε τες έξι μέρες, και την έβδομη ν’ αφήνεις
διά να διασκεδάζεις, για να τρως και για να πίνεις.
8
Μην φονεύσεις, παρά όταν να το κάνεις εμπορέσεις
χωρίς φόβο εις τα νύχια της ανάκρισης να πέσεις.
9
Από την κλοπή προτίμα πάντα την πλαστογραφία,
των βαρβάρων μόνων είναι η κλοπή κληρονομία.
10
Του γειτόνου σου το πράμα ποτέ μην επιθυμήσεις
όταν δεν υπάρχει τρόπος μια φορά ναν τ’ αποχτήσεις.
Αυτά όλα εάν τα κάμνεις θε να ζεις ευτυχισμένος
και ο κόσμος ό,τι λέγεις θαν τ’ ακούει ξεχασμένος.



