Από μια καλή μου φίλη ήρθε στα χέρια μου η ποιητική συλλογή με τίτλο Ιερουργία της Άνοιξης του ποιητή Σωτήρη Λυκουργιώτη. Από την πρώτη στιγμή με κέντρισε το πολύ ιδιαίτερο εξώφυλλο το οποία με μια πρώτη εντύπωση θεωρείς ότι απεικονίζει μια πολεμική σκηνή ή μια διαδήλωση αλλά αν το προσέξεις καλύτερα αντιλαμβάνεσαι ότι πρόκειται μάλλον για σκηνή από κάποια καρναβαλική γιορτή. Εξ ού λοιπόν και ο τίτλος, που παραπέμπει στο μουσικό δράμα του Ιγκόρ Στραβίνσκι.
Μετά την πρώτη εντύπωση, τα ίδια τα ποιήματα. Τα περισσότερα μικρά και εύστοχα, με λιτές διατυπώσεις χωρίς βερμπαλισμούς, ενώ δεν λείπουν και λίγες εκτενέστερες, λυρικές απόπειρες. Η ποίηση του Λυκουργιώτη μοιάζει να πετάει πάνω από τον αφρό των ημερών θέλοντας να ψαρέψει με την απόχη της τα ίδια τα πράγματα. Ποίηση γειωμένη και ταυτόχρονα ονειρική. Σε ορισμένα σημεία σταματά για να πας πει μια δύσκολη αλήθεια:
Στην πόλη μου
οι πρόσφυγες
περπατούν πάνω στις ράγες
του παλαιού τρένου,
τρώνε από τα σκουπίδια,
κοιμούνται στα ερειπωμένα βαγόνια,
πιασμένοι κάτω από τις νταλίκες
παζαρεύουν τη ζωή τους
Κατά τα λοιπά
όλα κυλούν ομαλά
ενώ σε άλλα γίνεται ορμητικός χείμαρρος:
χωρίς ανάσα
δηλητηριάζω τα πνευμόνια μου
με αναθυμιάσεις
επίδοξων στιγμών
μιας ακόλαστης
και αέναης ιερουργίας
της επανάληψης
με την καρδιά μου να συντονίζεται
στο θηριώδες ποδοβολητό του προαυλίου
χωρίς ούτε ο ίδιος να μπορεί, πολλές φορές, να σταματήσει. Ο ποιητής δείχνει να αδιαφορεί για την επιμέλεια, το φτιασίδωμα των στοίχων του. Το ωμό υλικό της φαντασίας του μας πετάγεται στον αναγνώστη σαν ξάφνιασμα. Δεν μοιάζει να ενδιαφέρεται να μας καμουφλάρει τις επιρροές του. Κάπου γίνεται απροκάλυπτα καβαφικός:
Αλλά ο ρόλος του —βλέπετε—
η θέση του
δεν του επέτρεπαν και πολλά
Φτιαγμένος από τσιμέντο
το εύπλαστο υλικό της εξουσίας
δεν ήταν και για τίποτε άλλο
Δε νομίζετε;
και αλλού ταυτίζεται με το μαγικό ρεαλισμό της λατινοαμερικάνικης ποίησης:
αυτό το σώμα,
που κοχλάζει μέσα στο ανυπόμονο μάγμα της οδύνης
αγκομαχώντας να αναδυθεί μαζί με το θειάφι στα ουράνια
απέραντο στο λυκαυγές
στιγματισμένο με δαντέλες γαλανές
και μαργαριταρένια βότσαλα
Έτσι, η πρώτη ανάγνωση μπορεί να κάνει τον αναγνώστη να αναρωτηθεί αν αυτή η ποίηση έχει τελικά κάποια πρωτοτυπία, αν χαρακτηρίζεται από κάποιο δικό της ύφος. Αν όμως ο αναγνώστης αφεθεί στο να παρασυρθεί από τους στίχους θα διαπιστώσει πως παρά τις φαινομενικές τους διαφορές τα ποιήματα αυτά δημιουργούν ένα μικρό σύμπαν, με εσωτερική συνοχή.
Ο Λυκουργιώτης συνθέτει έναν ύμνο υπέρ του (δικού του) υπαρξιακού νοήματος. Κατά τη γνώμη του αυτό είναι που χάνεται μέσα στις σύγχρονες θεωρίες της γλώσσας, με τις οποίες δείχνει εξοικειωμένος.
Χαρακτηριστική είναι η απόπειρα συνομιλίας του με τον γνωστό στοίχο του Αναγνωστάκη “σαν πρόκες πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις / να μην τις παίρνει ο άνεμος”, ο ποιητής αναρωτιέται:
Πώς να καρφώσεις τις λέξεις ποιητά
τώρα που τα νοήματα εκπέσανε
κι οι λέξεις γίναν έρμαια
στο στόμα κάθε τσαρλατάνου;
πώς να καρφώσεις τις λέξεις
τώρα που μας πήραν φαλάγγι
οι μεταμοντέρνοι
—γαμώ τον Ντεριντά σας,
μέσα— σκατιάρηδες
μόνο σιωπή τώρα ποιητά,
βία και ακαμψία,
μπας και πετάξουν
ξανά οι φύτρες
πάνω απ’ τα γράμματα
Η ποίησή του είναι βίαιη αλλά η βία της δεν είναι πόζα. Εκφράζει μια κραυγή μπροστά στην αγωνία νοημάτων και υπάρξεων που χάνονται. Το σύμπαν αυτών των ποιημάτων συγκροτείται από θραύσματα μια μεγάλης έκρηξης που δεν είναι τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο από μια προσδοκία:
έφυγες
και εγώ δεν έκανα να σου πω ούτε μια λέξη
μήπως αυτό που αγαπώ είναι μονάχα η προσδοκία;
Θα ήθελα, τέλος, να κάνω μια ειδική αναφορά στα 12 ποιήματα της συλλογής (ο αριθμός είναι δική μου εκτίμηση), διασκορπισμένα μέσα σε όλα τα άλλα, δείγμα ίσως μιας αταξινόμητης ενότητας, που θα μπορούσαν να έχουν τίτλο Ερωτικές επιστολές. Μερικές από αυτές προκαλούν ρίγος όταν τις διαβάζεις. Είναι σαν να γράφονται για σένα. Στα ποιήματα αυτά αναδεικνύεται μια αφάνταστα ευαίσθητη πένα. Ο ποιητής μοιάζει να στέκεται με δέος μπροστά στις γυναίκες, να παραλύει κάθε φορά που έρχονται μπροστά του, να αδυνατεί να τις προσεγγίσει. Παρά τις τόσες λέξεις που αφιερώνει σε αυτές δεν υπάρχει ούτε ένα ψήγμα κριτικής, ούτε μια “βλασφημία”. Η λατρεία για το σώμα τους αγγίζει τα όρια της θρησκευτικής προσήλωσης.
Έχω την αίσθηση πως αυτή η θρησκευτική λατρεία προς το γυναικείο σώμα και προς την τελετουργία της ερωτικής πράξης, που περιγράφεται τόσο εύστοχα στο ποίημα Άσμα Ασμάτων, είναι που χαρίζει και τον τίτλο στη συλλογή. Ιερουργία της Άνοιξης είναι η τελετουργία του έρωτα και της γονιμότητας, η λατρεία της γυναικείας θεότητας.
*Από το http://kritikosparatiritis.blogspot.com.au/2016/04/blog-post.html
