Γεωργία Τρούλη, Από λαιμό σε λαιμό

Ενδιάμεσο δέρμα

Μια υποτιτλισμένη συνήθεια
Κάθε που βγαίνεις έξω
Τα αγριόχορτα της εγκατάλειψης
Όλο να φτιάχνουν αυλή
Ολο να περισσεύει πεζούλι
Κληματαριά με αφυδατωμένους καρπούς
Τα μαλλιά πλεγμένα πλεξούδες από καιρό
Να τυλίγουν από λαιμό σε λαιμό
Την φωνή να την πνίγουν
Είναι νύχτα με σκιές και σου λέω
‘φέρε πίσω τα τρία τέταρτα του προσώπου μου’
λείπει το φως και δεν φτάνει
η πορτοκαλόσωμη χάρη από φεγγάρι
που παριστάνει σε ουρανό σκουλαρίκι
και το αυτί μιας γης που δεν ακούει τη μέρα
να έρχεται κομμένο από τη φαβορίτα και πέρα
και σταλμένο σε γράμμα δώρο
σε αυτόν που δεν μπορεί να ακούσει μουσική
μόνο να νιώσει το νήμα της νύχτας μέσα
στα δόντια μου τώρα που σφίγγουν
πάνω στα σημάδια τις λέξεις

εκεί που έβλεπα τετράγωνα παραλληλόγραμμα
και τη μικρή εκκλησία- όλο το πράσινο
να αυθαδιάζει από ομορφιά και κοινότοπο
και συ να σχεδιάζεις την πρώτη παράσταση
του προσώπου μου
στα 2/4 ή
στο 1/3 ή
στο προφίλ γεμάτο ανφάνς μυρωδιές
να σου γνέφω στοργικά το πινέλο
σε παράλληλη ακοή
και ταύτιση με την εικόνα της ουσίας μας
εκεί σε είδα μονόφθαλμο από νύχτα
να προσπαθώ να δω το περίγραμμα
μιας σκέψης σε αιγυπτιακό βλέμμα
το μέτωπο τεράστιο και ταξιδεμένο
σε μοτοσυκλέτα εξηνταδύο καλοκαιριών
εκεί στους-
στην υποσημείωση των ερώτων σου
να με ξεχωρίζει το μενταγιόν από το λαιμό
και από τα γύρω σου να αφήνουν σημάδι
να μην θέλω να ακούσω την κραυγή της πιο
τέλειας σχεδιασμένης μοναξιάς
που είναι μονόπρακτο με ελάχιστες παραλλαγές
και με θηλυκό παραλήπτη
εκεί άκουσα να σέρνεται το χαμόγελο της λιβελούλας
πάνω σε βάθρα νερού
και εσύ να είσαι σχεδόν αγαλμάτινος και ένα με το τοπίο
θεός του νερού και του φθινοπώρου

Αφιέρωσα τα κύτταρα της κοιλιάς μου σε μια διάθεση
Να σε αγαπήσω από μέσα προς παντού
Να ξεχάσω την φωτογραφία που σε λήψεις
Το ψέμμα φανερώνει πολύ
Και σου είπα ένα πρωί επομένης
‘Θες να νιώσεις τα μαλλιά μου να σε ακουμπάνε;’
Όμως η απάντηση σφηνώθηκε στα χείλη σαν κουκούτσι
Που σκέφτεται είτε να βγει είτε να εξαφανιστεί
Στο στομάχι και πέρα..
Σου έπιασα τις σκληρές τριχωτές συνήθειες σκέψης
Και έκανα ελαφρές ελαφρύνσεις από το βάρος
Της μία κουβέντας

Τώρα –ενώ δεν ξύπνησα ερωτευμένα αργά-
Σε θυμάμαι να οδηγεις στον εαυτό σου το φως
Που σε κυνηγάει και κυνηγάς
Ενώ στέκεις σκουρόχρωμος κάπου στην μέση
Φορώντας το βάθος από ουρανό σε ουρανό
Σου διαβάζω το κατακάθι της μοίρας στο κάτω κάτω
Του καφέ μου –Δεν πιστεύεις σε θνησιγενείς προφητείες
Ούτε κι εγώ, να ξέρεις, αλήθεια
Όμως όσο μιλάω τυλίγεται πιο δυνατά η πλεξούδα της λέξης
Γύρω από το λαιμό
Όλο και πιο ανυπόφορα βγάζω το χρώμα σε αυτά
Που λέγονται στα τοιχώματα και έξω στον αέρα

Πόσο μου έλειψε η κίνηση της ενθρόνισης
Πάνω στη διαφάνεια του αλμυρού νερού
Και εκείνο το βλέμμα όλο παιδικότητα
Τώρα που σου λέω ¨Ελα
Δυο φορές ¨Ελα
Μια συνήθεια δεν αργεί ποτέ να μάθει
Να συνηθίζει
Όμως μια απώλεια
Δεν συνηθίζει ποτέ την απώλεια
Τη στιγμή που συμβαίνει
Ούτε και
Την επόμενη
Την επομένη
Την άλλη
Την πάντα

Leave a comment